Βιβλίο

«Το Εκκρεμές» του Τάσου Λειβαδίτη: Ανάμεσα στον εφιάλτη και την παράνοια

Ισορροπώντας αριστοτεχνικά μεταξύ παραίσθησης, φαντασίας και πραγματικότητας, ο Τάσος Λειβαδίτης, αναδεικνύεται σε έναν σπουδαίο μοντερνιστή της μικρής φόρμας, γράφοντας τη συλλογή διηγημάτων “Το εκκρεμές” , που εκδίδεται για πρώτη φορά το 1966 και επανακυκλοφορεί τον Οκτώβριο του 2017 από τις εκδόσεις Μετρονόμος, 29 χρόνια μετά τον θάνατο του ποιητή.

Εμμένοντας σε μια εσωτερικότητα και χαμηλόφωνη υπαινικτικότητα, σε σχέση με την ποίησή του, τα διηγήματά του αναδύουν ιστορίες μιας έντονα εφιαλτικής ατμόσφαιρας που εντυπωσιάζουν για την αριστοτεχνική περιγραφή τους, την δύναμη της φαντασίας τους και τον κλειστοφοβικό τους χαρακτήρα.

Στο διήγημα “Μια μέρα σαν τις άλλες” εναλλάσσονται εικόνες και παρανοικές περιγραφές από σερβιρισμένα άδεια φλυτζάνια, λεωφορεία κομμένα στην μέση όπου συγκατοικούν νεκροί και ζωντανοί, κουδούνια χωρίς σήμαντρα, καφενεία με κρεβάτια φορτωμένα τραυματίες και ίσως μια από τις πλέον εντυπωσιακές σκηνές που θα ζήλευε ακόμα κι ένας σκηνοθέτης κινηματογράφου: “κάποτε ακουμπήσαμε έναν πληγωμένο σύντροφό μας σε ένα μαγαζί που πουλούσε είδη γάμου. Κι επειδή κρύωνε, σε λίγο πέθανε, τον σκεπάσαμε με πολλά κάτασπρα νυφικά φορέματα”!

Η εφιαλτική ατμόσφαιρα στα διηγήματα του Λειβαδίτη που κορυφώνει την αγωνία του αναγνώστη και εξελίσσει την δράση, δίνει πολύ συχνά χώρο στο σαρκασμό: “δεν υπάρχει πιο εξευτελιστικό πράγμα από το να πεθάνεις κοιμισμένος”, μονολογεί ο πρωταγωνιστής στο διήγημα “Ένα ύποπτο χέρι”, όπου εκπλήσσει η περιγραφή του χεριού του ήρωα, που μετατρέπεται σταδιακά σε χέρι ενός πιθήκου. Μια ιστορία που ακροβατεί αριστοτεχνικά μεταξύ θαρρείς ύπνου και ξύπνιου. Άλλωστε κάπως έτσι το εξηγεί και ο ίδιος: “ ή κοιμάσαι ή έχεις πέσει θύμα παραίσθησης..κάποτε ένα ολόκληρο βράδυ νόμιζες πως είσαι ο Τμηματάρχης της Τράπεζας… ενώ μια άλλη φορά νόμιζες πως πλάι σου στο κρεβάτι πλάγιαζε μια πεθαμένη γυναίκα”.

Ο Λειβαδίτης δεν διστάζει να να μιλήσει για συμπλέγματα κατωτερότητας και να θίξει στα διηγήματά του θέματα ανθρώπινης μοναξιάς : “οι μόνες μου συντροφιές είναι ο εαυτός μου και μια αδέσποτη γάτα που έρχεται κάθε πρωί και της δίνω λίγο γάλα όταν έχει ξινίσει”. Η γραφή είναι εμφανές πως αποδεικνύεται για αυτόν ασφαλές καταφύγιο : “είναι τόσο παρήγορο τις ώρες της ερημιάς να χώνεσαι στα μυστήρια της ψυχής”.

Ταραγμένοι ανθρώπινοι ψυχισμοί βρίσκουν χώρο στα διηγήματα αυτά που θα ζήλευε κι ο πλέον ονομαστός σεναριογράφος ταινιών: “στο συρτάρι όπου φύλαγε διάφορα άχρηστα πράγματα, ένα παιχνίδι, κάτι φουρκέτες, που ΄χε βρει στο δρόμο, δυο εισιτήρια λεωφορείου όταν πρωτοβγήκε με κοπέλα και το μισό κρανίο από ένα ψόφιο σκυλί”!

Ο Λειβαδίτης δεν παραλείπει να σχολιάσει φυσικά όπως στο “Ένας κοινός χαρτοκόπτης’ τον τρόπο που η φαντασία κυριαρχεί στα κείμενά του όταν γράφει : “Συχνά έπεφτε θύμα της φαντασίας του, κι έβλεπε τα πράγματα με έναν δικό του τρόπο, όπως και πάντα αναρωτιόταν μήπως τα πράγματα είναι έτσι που τα βλέπει αυτός ή απλώς οι άλλοι πέφτουν θύματα της δικής τους φαντασίας”

Μάνια Ζούση

ΝΕΑ ΣΕΛΙΔΑ 7/1/2018