featured Metamanias Θέατρο Κριτικές

Καμιά από τις Φροσύνες δε μπορεί να πάρει οριστικό άρθρο

Η ιστορία της Ευφροσύνης Βασιλείου –της κυρά-Φροσύνης, όπως είναι περισσότερο γνωστή- ανήκει μάλλον στο χώρο του θρύλου. Λίγα ιστορικά στοιχεία σώζονται για την όμορφη γιαννιώτισσα, σύζυγο πλούσιου εμπόρου και ανεψιά του μητροπολίτη Λάρισας και μετέπειτα Ιωαννίνων, Γαβριήλ Γκάγκα. Ο δεσμός της με τον γιο του Αλή Πασά, Μουχτάρ, έγινε η κύρια αιτία της δολοφονίας της διά πνιγμού στην λίμνη Παμβώτιδα, μαζί με δεκαεπτά γυναίκες της αριστοκρατίας των Ιωαννίνων, την οποία διέταξε ο ίδιος ο Αλή Πασάς. Μια μαρτυρία του Λαρισαίου ιστορικού Επαμεινώνδα Φαρμακίδη φέρει την εξαιρετικά ωραία νεαρή κυρία να εισηγείται και να μεσολαβεί  «παρά τοις ισχυροίς αυτοίς φίλοις» για να σωθούν χριστιανοί που κινδύνευαν από φυλακίσεις και εκτελέσεις. Σε αντίθετη κατεύθυνση κινείται η μαρτυρία του ιστορικού George Finley, που την θεωρεί γυναίκα σχεδόν ελευθερίων ηθών «Κατά την μακράν απουσίαν του συζύγου της, η οικία της περικαλλούς Ευφροσύνης κατέστη το εντευκτήριον των ευπαιδεύτων και πλουσίων νέων των Ιωαννίνων, εδέχετο δε αύτη ιδιαιτέρως επισκέψεις και πλούσια δώρα του Μουχτάρ πασά, χωρίς πολλήν προσπάθειαν όπως αποκρύψει την επονίδειστον σχέσιν». Ίσως πιο κοντά στην ιστορική αλήθεια να βρίσκεται μια παρατήρηση του περιηγητή της εποχής Thomas Smart Hugues που μιλά για οικονομικό και πολιτικό ανταγωνισμό μεταξύ της Φροσύνης και της γυναίκας του Μουχτάρ  και όχι τόσο για ερωτική αντιζηλία.  Άλλες εκδοχές θέλουν τον Αλή Πασά ερωτευμένο μαζί της, να την οδηγεί  στο θάνατο επειδή προτίμησε τον γιο του –τέτοια είναι η εκδοχή που προβάλλει το περίφημο ομότιτλο ποίημα του Βαλαωρίτη.

Η  έλλειψη ικανών πληροφοριών που να διασαφηνίζουν το περίφημο συμβάν και να σκιαγραφούν με σχετική ενάργεια την προσωπικότητα της γυναικός, την καθιστούν ένα γοητευτικό αίνιγμα. Δεν είναι λοιπόν περίεργο που ασχολήθηκαν μαζί της ποιητές και δραματουργοί (ο Ραγκαβής και ο Σκίπης άφησαν θεατρικά έργα με τίτλο το όνομά της, ενώ το προαναφερθέν ποίημα του Βαλαωρίτη μελοποιήθηκε από τον Παύλο Καρέρ και έγινε όπερα σε λιμπρέτο του Ελ. Μαρτινέγκου), προτάσσοντας περισσότερο τη ρομαντική και  την ηρωική διάσταση της ιστορίας της.

Με τη Φροσύνη διάλεξε να ασχοληθεί ο  ηθοποιός Στέφανος Παπατρέχας. Νεότατος ηλικιακά ο συγγραφέας, έχει πίσω του όμως συμμετοχές σε ενδιαφέρουσες παραστάσεις (όπως στον μονόλογο «Υγρασία στους τοίχους»  μέρος της «Τριλογίας του νεοφασισμού» του Αναστάση Πινακουλάκη). Στον μονόλογο που έγραψε υπάρχει μια ιδιαίτερα πρωτότυπη αντιμετώπιση του θέματος. Μια νεαρή ηθοποιός πρόκειται να ενσαρκώσει τη Φροσύνη. Για να καταλάβει την ηρωίδα, ψάχνει πληροφορίες γι’ αυτήν και σιγά-σιγά αρχίζει να «μπαίνει» σε διάφορες πλευρές της γυναίκας που πρόκειται να ερμηνεύσει. Κάθε μια πλευρά ξεπηδά ουσιαστικά μέσα από την άλλη, οδηγεί σε μια άλλη, χωρίς να υπερισχύει καμιά, χωρίς καμιά από όλες τις Φροσύνες που βλέπουμε να γεννιούνται και να χάνονται μπροστά μας, να μην  μπορεί να πάρει οριστικό άρθρο και να είναι η τελική επιλογή. Γυναίκα, σύζυγος, ερωμένη, αγωνίστρια, πόρνη, πνευματική προσωπικότητα, ανεξάρτητο πνεύμα και πολλές άλλες πτυχές της προσωπικότητας της Φροσύνης που ανέδειξε ή υπαινίχθηκε η λαϊκή παράδοση, η επιστήμη και η τέχνη παρελαύνουν στην σκηνή. Λόγος ποιητικός, αγγίζει το μυστήριο της γυναίκας αυτής με περιέργεια και σεβασμό. Κατεβαίνει στην ψυχή κάθε μιας από τις εκδοχές με περίσκεψη, δημιουργικά αναποφάσιστος και γόνιμα γοητευμένος από την ίδια την αναζήτηση.

Το ενδιαφέρον στον μονόλογο του Παπατρέχα που παρουσιάζεται κάθε Τετάρτη στο Θέατρο Άβατον, Ευπατρίδων 3, στον Κεραμεικό, είναι ο τρόπος που ο συγγραφέας –εκπρόσωπος μιας νέας γενιάς καλλιτεχνών-  προσεγγίζει την έννοια του ιστορικού προσώπου και  εφαρμόζει στην αναζήτησή του μια υγιή μεταμοντερνικότητα που αναδεικνύει την απορία χωρίς να ζητά υπερφίαλες και αναίτιες πρωτοτυπίες.  Το γεγονός ιδίως ότι όλο αυτό βρίσκεται ενταγμένο στη δημιουργία ενός ρόλου, καθιστά ακόμα πιο ενδιαφέρουσα την πρόταση, καθώς τα όρια ανάμεσα στον υποκριτή και το ρόλο χάνονται όσο προχωρά η παράσταση.

Την σκηνοθεσία υπογράφουν ο Λάζαρος Βαρτάνης και ο συγγραφέας. Ξεκινώντας ρεαλιστικά, επένδυσαν στο πηγαίο χιούμορ που αναδύει η ερμηνεία της Σύνθιας Μπατσή ως νεαρή ηθοποιό που αναλαμβάνει να ετοιμάσει τον ρόλο της Φροσύνης. Όσο προχωρά ο μονόλογος και ξεδιπλώνονται τα διάφορα πρόσωπα της ηρωίδας, στολίζουν την σκηνική τους δημιουργία με προσεγμένες ποιητικές πινελιές που βοηθούν στον δημιουργικό συμφυρμό ανάμεσα στην ηθοποιό και στην ηρωίδα που ερμηνεύει.  Ένα μπαούλο γίνεται η μνήμη της ζωής της, το σώμα της ηθοποιού χρησιμεύει ως αποκλειστικός τόπος των εκδοχών. Γοητευτικοί χαμηλοί, κίτρινοι φωτισμοί από τον Λευτέρη Παυλόπουλο. Η νεαρή Σύνθια Μπατσή δείχνει πως έχει υποκριτικές δυνατότητες:  αποδίδει με χάρη,  ευθύτητα και χιούμορ  την αγχωμένη ηθοποιό που αναζητά πληροφορίες για το ιστορικό πρόσωπο που θα ερμηνεύσει και κάνει επιμελημένες προσπάθειες να διαγράψει τα πρόσωπα της Φροσύνης, όμως τα όρια ανάμεσα στις «Φροσύνες» της είναι περισσότερο ασαφή από ό,τι ο ρόλος απαιτεί. Η  ερμηνεία πάντως του πνιγμού στο τέλος  έχει σπαραγμό και τραγικότητα και θα μείνει στη μνήμη των θεατών.

Μαρώ Τριανταφύλλου