featured Βιβλίο Πες μου μια ιστορία

Τασούλα Τσιλιμένη : Με ή χωρίς

Όρθια με το μπουφάν και τα παπούτσια φορεμένα και σκυμμένη  στο μικρό έπιπλο της εισόδου, κόντευε να τελειώσει το Έντυπο Μετακίνησης αρ. 6 – σιγά μην έστελνε sms, δεν θα τους έκανε τη χάρη για περαιτέρω φακέλωμα. Φτάνοντας στο σημείο αναγραφής ημερομηνίας και ώρας διαπίστωσε ότι δεν θυμόταν ούτε τι μέρα ήταν, ούτε την ώρα ακριβώς. Έτσι κι αλλιώς από τότε που άρχισαν να ισχύουν τα μέτρα απαγόρευσης της κυκλοφορίας δεν είχε σημασία. Όλες οι μέρες ίδιες ήταν. Την ώρα την υπολόγιζες ως πρωί μεσημέρι άντε επιτέλους νύχτωσε. Λίγο πριν, στην πολυθρόνα κρατώντας ένα βιβλίο, το μυαλό της ξεστράτισε και σχεδίαζε την διαδρομή που θα ακολουθούσε σήμερα. Ποιο στενό και ποιο σοκάκι, που δεν το ξέρει ούτε ο ταχυδρόμος, θα περπατούσε πιο ελεύθερη, χωρίς τον κίνδυνο να συναντήσει έλεγχο και τέτοια.Τα είχε σχεδόν εξαντλήσει όλα τα στενά εκεί γύρω κι επιπλέον ήταν έντονη η επιθυμία της να δει μια κάποια κίνηση. Όσο το σκεφτόταν όλο και περισσότερο φλέρταρε με την ιδέα να βγει στον κεντρικό δρόμο, να δει κανα αυτοκίνητο, ένα λεωφορείο ίσως, κάποιον ντελιβερά έστω, κάτι κινούμενο τέλος πάντων. Είχε μπουχτήσει να παρακολουθεί τις πτήσεις των πουλιών απ΄το μπαλκόνι της. Ένιωθε έτοιμη να γράψει έναν δεύτερο “Γλάρο Ιωνάθαν”-όπου γλάρο θα έβαζε χελιδόνι-, και είχε βαρεθεί στους σύντομους περιπάτους να κόβει κλαριά από πασχαλιές, που τέλος Μάρτη μοσχοβολούσαν κιόλας, κάτι άλλα κίτρινα θαμνώδη που δεν ήξερε το όνομά τους, ολάνθιστες αλλά άοσμες κουτσουπιές- πώς γίνεται τόση ομορφιά να είναι άοσμη, αναρωτιόταν- να ξεσηκώνει σχέδια κήπων, να φωτογραφίζει σταγόνες της βροχής που  κρέμονταν στις πευκοβελόνες και γάτες.

Έπιασε το κινητό να δει την ημερομηνία και στην οθόνη εμφανίστηκε ειδοποίηση για μήνυμα. Σέρνοντας το δάχτυλο σκέφτηκε ότι μπορεί να ήταν ο γιος της  από το Εδιμβούργο ή η κόρη της που δούλευε σε μεγαλοεταιρία στο Ρότερνταμ. Ήταν ο Ηλίας Κ., ο όψιμος φίλος της. Χάρηκε την ταχυδρομημένη αγάπη του και άνοιξε το συνημμένο. Μια ιστορία της έστελνε ο Ηλίας. Δεν έδειχνε μεγάλη. Κι επειδή της άρεσαν και οι ιστορίες και ο τρόπος που έγραφε ο Ηλίας, άρχισε να την διαβάζει εκεί όρθια μπροστά στο έπιπλο της εισόδου φορώντας μπουφάν, παπούτσια και μάσκα.

Ήταν ένας γέρος, έλεγε ο Ηλίας, που έπινε μόνος το τσιπουράκι του – χωρίς γλυκάνισο- σε ένα χωριό περίκλειστο από βουνά και σε ένα κλειστό, λόγω των μέτρων  του κορονοϊού, καφενείο. Ο γέρος, μερακλής και πονεμένος, τρώγοντας τσίρο και κάτι άλλο, καθώς πήγε να σηκώσει το ποτηράκι του είδε, λέει, στον πάτο, τον πεθαμένο αδερφό του, τον ξενιτεμένο του γιό, τον προ πεντηκονταετίας έρωτά του, και τον πεθαμένο από χρόνια πατέρα του να συνομιλεί με τον επίσης πεθαμένο δάσκαλό του.

Λίγες γραμμές και κόντευε να τελειώσει το κείμενο και ξαφνικά μια έντονη μυρωδιά τσίπουρου χώθηκε στα ρουθούνια της. Τόσο έντονη που το στήθος της σηκώθηκε κύμα θεόρατο λες. Και θες απ´ τη μυρωδιά, θες από όσα διάβασε, μια ξεραΐλα ένιωσε στο λαιμό της. Έσκυψε κι έλυσε τα κορδόνια στα αθλητικά, έβγαλε το μπουφάν, τα γάντια, έριξε στην τσέπη τη μάσκα άφησε το κινητό και πήγε στην κουζίνα. Τράβηξε το σκαμπό- αυτό από την Ικέα  που ο γιος της έλεγε να το πετάξει και να μην το χρησιμοποιεί γιατί θα πέσει και ποιος θα την βρει, πότε και πού θα την τρέχουν- ανέβηκε και άνοιξε το ντουλάπι πάνω απ´ το ψυγείο, εκεί που έβαζε όλα όσα ήταν να ξεχαστούν. Τράβηξε ένα μπουκάλι γυάλινο που φύλαγε τσίπουρο δέκα χρόνια τώρα, απείραχτο. Ήταν από το τελευταίο καζάνι που έβρασε ο άντρας της. Ω ρε χορό που έκαναν σε κείνο το καζαναριό! Κι εκείνος να ρίχνει με τις χούφτες τον γλυκάνισο στην δεύτερη καζανιά.

Από την βιτρίνα στο διπλανό ντουλάπι πήρε ένα τσιπουροπότηρο, τράβηξε την τάπα απ´ το μπουκάλι και το γέμισε. Τα παγάκια έτριξαν στο ποτήρι. Το σήκωσε και το έφερε στο πρόσωπό της. Το κούνησε ελαφρά και το τσίπουρο με τις πρώτες στροφές άρχισε να θολώνει. Όσο εκείνο θόλωνε αυτή αναρωτιόταν πώς θα είχε καλύτερο αποτέλεσμα: Να το έπινε μονορούφι ή να  έμεινε να το κοιτάζει, όπως εκείνος ο γέρος στην ιστορία. Ήθελε τόσο να δει κι αυτή την μάνα, τον πατέρα, τον άντρα της, που χρόνια εννιά μετρούσε αυτή τη χρονιά, αφότου έφυγε.

Τασούλα Τσιλιμένη

Καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας /Συγγραφέας