Βιβλίο

Στέφανος Ροζάνης: «Ο Σολωμός δεν είναι εθνικός ποιητής, είναι παγκόσμιος»

Τον μανδύα του εθνικού ποιητή, μετά από μονομερώς λανθασμένη και στρεβλή ανάγνωση χρόνων, κατάφερε να αφαιρέσει από τον Διονύσιο Σολωμό, με επιμονή, μελέτη και τεκμηρίωση σε βάθος, ο καθηγητής φιλοσοφίας, συγγραφέας, κριτικός, διανοούμενος και αγαπημένος δάσκαλος πολλών, Στέφανος Ροζάνης. Έχοντας δημιουργήσει  μια παράδοση στις σολωμικές μελέτες, πέτυχε την διαφορετική ανάγνωση του ποιητή, μετακινώντας τον από τα στενά όρια μιας εθνικής μοναξιάς. Με αφορμή την επανέκδοση των εξαντλημένων «Σολωμικών» του από τις εκδόσεις «poema», ο Σ. Ροζάνης, απαντά στο ερώτημα κατά πόσο παρών και υπαρκτός είναι σήμερα ο Σολωμός, με ποιόν τρόπο διαβάζεται, αν υπάρχουν νέοι προσδιορισμοί ή μια τάση επαναφοράς του, αλλά και το πώς το επίθετο εθνικός μπορεί να γίνει παγκόσμιος ;

«Προσπάθησα να διδάξω τον Σολωμό έτσι ώστε να φύγει από την μοναξιά του. Ο Σολωμός είναι τα σπαράγματά του. Είναι ένας σπουδαίος, παράξενος, περίεργος ποιητής, που περισσότερο κρύβεται παρά φανερώνεται. Όταν ξεκίνησα το 1976 την πρώτη μου σπουδή που εκδόθηκε με τίτλο «Το δαιμονιακό ύψιστο», τα πράγματα ήταν εντελώς διαφορετικά από ότι είναι τώρα. Επικρατούσε αυτή η μονόχνοτη άποψη του εθνικού ποιητή της ελληνικής επανάστασης , του ποιητή που όπως έλεγε μεγαλοφυώς ο Ζήσιμος Λορεντζάτος, είναι συγχρόνως η χαραυγή και η κορύφωση της ελληνικής ποίησης. Μόνο που όλη η εικόνα της σολωμικής ποίησης είχε επικεντρωθεί πάνω στην εθνική της διάσταση. Όταν προσπάθησα να δείξω ότι δεν υπάρχει διόλου αυτή η εθνική διάσταση, αλλά ότι ο Σολωμός είναι ένας από τους σημαντικότερους, τους μεγαλύτερους Ευρωπαίους ρομαντικούς ποιητές, ισάξιος με έναν Γκαίτε, έναν Σίλερ, έναν Μπάιρον, φαίνεται ότι αυτό δημιούργησε μια κάποια αναταραχή στην παραδοσιακή του εικόνα», εξηγεί ο γνωστός καθηγητής και συγγραφέας, που δεν υπήρξε, όπως ομολογεί, μόνος σε αυτήν την διαδρομή. Είχε προηγηθεί ο Κώστας Βάρναλης που στο βιβλίο του «Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική», είχε επισημάνει την σύνδεση και την στενή σχέση του Σολωμού με τον γερμανικό ρομαντισμό, ενώ τον Ροζάνη ακολούθησε ο Βελουδής που έκανε σημαντικές εργασίες για την σχέση των Γερμανών ρομαντικών με τον Σολωμό. Ωστόσο ο Ροζάνης πρόσθεσε μια επιπλέον άγνωστη διάσταση, που είναι η σύνδεση του ποιητή με τις πηγές  του αγγλικού ρομαντισμού , τον Μπάιρον , τον Κόλεριτζ, τον Σέλλευ κ.α.

«Υπήρχε μια μεγάλη ανάγκη να διαβαστεί ο Σολωμός από αυτήν την πλευρά καθώς μέχρι τότε ήταν ένας ποιητής Έλληνας, κάτι το οποίο δεν είναι. Γράφει ελληνικά, με ένα δαντικό ιδεώδες, αλλά δεν είναι Έλληνας. Είναι Ευρωπαίος ποιητής και η κορύφωση του ευρωπαϊκού ρομαντισμού. Αυτό δημιούργησε πάρα πολύ μεγάλες αναταραχές. Έτσι βρέθηκα στο μάτι του κυκλώνα, αλλά παρόλα αυτά συνέχισα τις σπουδές μου, προσπαθώντας να ενισχύσω τον ρομαντικό προσανατολισμό του Σολωμού και να τον ολοκληρώσω μέσω άλλων μελετών, φέρνοντας την θεωρία της αποσπασματικότητας του ρομαντικού κειμένου που είναι η ουσία του ρομαντισμού. Αυτήν την θεωρία μελέτησα μέσα στον «Λάμπρο». Εκεί δέχθηκα και νέες επιθέσεις», επισημαίνει ο κ. Ροζάνης.

Με μια σειρά διαλέξεων, ο καθηγητής και συγγραφέας προσπάθησε να διδάξει τον Σολωμό τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Νέα Σορβόννη, προσπαθώντας όπως λέει να εδραιώσει έναν ποιητή που να μπορεί να διαβάζεται εκτός εθνικού πλαισίου.  «Πίστεψα και πιστεύω πώς να διαβάζει κανείς τον Σολωμό και τον Κάλβο τόσο στενόκαρδα και να μιλάει για εθνικά ιδεώδη, είναι παραποίηση και ουσιαστικά αχρήστευση του έργου του. Έφτασα να δημιουργήσω μια παράδοση στις σολωμικές μελέτες έτσι ώστε να μπορέσουμε να τον διαβάσουμε διαφορετικά. Κι αυτός ο Σολωμός είναι αυτό που θα λέγαμε η αυθεντικότητά του», υπογραμμίζει.

Τον ρωτάμε τι θα συμβούλευε τα νέα παιδιά και τους έφηβους,  που ανακαλύπτουν τον Καρυωτάκη αλλά ανακαλύπτουν και τον Σολωμό και ο Στέφανος Ροζάνης απαντά χωρίς δισταγμό: «Ο Σολωμός παρέμεινε ερημικός ποιητής. Δεν δημιούργησε παράδοση. Έμεινε αποκομμένος. Κι άλλοι πολλοί έμειναν σαν μη έχοντες κληρονόμο, μόνοι. Γιατί δεν περάσανε στην γραφίδα των νεωτέρων με την νεωτερικότητά  τους , αλλά με ένα είδωλο. Έτσι υπάρχει μια νέα γενιά  που θέλει και μπορεί να διαβάσει, αλλά τελικά δεν την αφήνουμε. Οι νέοι ποιητές τους οποίους πρέπει να προσέξουμε, έχουν βουτήξει σε αυτά τα κείμενα. Αλλά η ποιητική μέσα σε αυτήν την χώρα έχει δυστυχώς ακολουθήσει το νεοθετικιστικό μοντέλο των ποιημάτων που μιλάνε για την πολιτική και τους καημούς της καρδιάς και μένουν εκεί. Υπάρχει μια γενιά με πολύ ταλέντο που είναι προσκολλημένη σε μια στερεοτυπία της ποίησης. Και αυτό που δεν βλέπω να υπάρχει είναι μια ποιητική συντεχνία. Μιλώντας με όρους πολιτικούς, αυτό που θα λέγαμε ποιητική συλλογικότητα. Και τέχνη χωρίς συντεχνία δεν γίνεται. Η τέχνη δεν λέει τον καημό του ενός, γιατί ο ένας ίσον κανένας. Αυτό μου δημιουργεί ένα είδος μελαγχολίας, αλλά είναι περαστική και αφορά εμένα, όχι τα παιδιά».

Μάνια Ζούση

«Νέα Σελίδα» 28 Οκτωβρίου 2017