«Αυτό που μου γέννησε την ανάγκη συγγραφής του βιβλίου ήταν όλοι αυτοί οι δωσίλογοι που αθωώθηκαν», ομολογεί η Ελισάβετ Χρονοπούλου για το «Επί σκοπώ πλουτισμού» το οποίο συγκλονίζει και συγκινεί με την εμπνευσμένη ιστορία και τον τρόπο που την αφηγείται η συγγραφέας, με αποτέλεσμα να αποθεώνεται από αναγνωστικό κοινό και βιβλιοκριτικούς, κάνοντας τις εκδόσεις Πόλις να προχωρούν σε επανεκδόσεις.
Βασισμένο πάνω σε σπαρακτικά ντοκουμέντα και τη δύναμη της ιστορικής αλήθειας που εμπεριέχουν αρχεία και τεκμήρια, η Χρονοπούλου συνθέτει μιας απίστευτης έντασης, συγκίνησης και τρυφερότητας ιστορία, οδηγώντας το αναγνωστικό κοινό, να αναρωτιέται πάνω στην κυρίαρχη φράση του ήρωά της Δημοσθένη Σαρίκα «Εγώ δεν πέρασα, στάθηκα»!
Διαβάζοντας εντατικά, μελετώντας και κρατώντας αναλυτικές σημειώσεις για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα κατά το οποίο σχεδόν είχε εγκατασταθεί στα γραφεία των Γενικών Αρχείων του Κράτους στο Ψυχικό, πραγματοποιώντας μια εμπεριστατωμένη έρευνα, απορροφημένη και συγκλονισμένη από τα πρακτικά των δικών του Ειδικού Δικαστηρίου Δωσιλόγων Αθηνών, η Ελισάβετ Χρονοπούλου αντλεί και καταγράφει ένα πρωτοφανές υλικό.
«Μπήκα στα πρακτικά των δικών που είναι η άγνωστη ιστορία της Ελλάδας, καθώς σε αυτά βλέπεις την πραγματική αλήθεια, που ούτε καν υποψιαζόμαστε. Κατά τη γνώμη μου θα έπρεπε να εκδοθούν. Διάβασα όλες τις δίκες μεταξύ 1945-1949. Και κράτησα σημειώσεις σε συγκεκριμένες φράσεις που ήταν συγκλονιστικές. Τις αντέγραψα και κάποιες τις έβαλα στο βιβλίο, αφού μετά το 2023 δεν επιτρέπεται να πάρεις αντίγραφο.
Συνάντησα απίστευτες ιστορίες. Μαρτυρίες γονιών που κατέθεταν σε σπαρακτικές περιγραφές την τραγική κατάσταση στην οποία έβρισκαν τα δολοφονημένα παιδιά τους και πώς αυτοί που τα σκότωσαν κυκλοφορούσαν ελεύθεροι πηγαίνοντας ανενόχλητοι κάθε πρωί στις δουλειές τους. Οι περισσότεροι αθωώθηκαν λόγω αμφιβολιών. Κάποιοι καταδικάστηκαν σε μικρές ποινές και μετά τον Εμφύλιο έκαναν αίτηση και πήραν χάρη σωρηδόν.
Μέσα από τα πρακτικά παρακολούθησα τις καταθέσεις των μαρτύρων και ήταν σαν να βρισκόμουν μέσα στο Πρωτοδικείο και να βλέπω αυτούς τους ανθρώπους που θρήνησαν θύματα. Μέσα από τον λόγο τους αισθανόμουν τον πόνο τους.
Έτσι ένιωσα την ανάγκη να γράψω μια τέτοια δίκη γιατί ήξερα ότι κανένας δεν θα πάει να τις διαβάσει».

«Επί σκοπώ πλουτισμού»
«Το βιβλίο παίρνει τον τίτλο του από κάτι απίστευτο και παράλογο μαζί. Όταν ξεκίνησαν οι δίκες το 45, το νομικό πλαίσιο με το οποίο θα δικάζονταν οι κατηγορούμενοι, ήταν μια συντακτική πράξη που αν τη διαβάσεις, ανατριχιάζεις, καθώς είναι υπερβολικά αυστηρή. Αναφέρει ότι το αδίκημα για το οποίο καταδικάζονται είναι η εθνική αναξιότητα, που θεωρείται η οποιαδήποτε συνεργασία και με οποιοδήποτε τρόπο διευκόλυνση των σκοπών του έργου του εχθρού. Έτσι στις πρώτες δίκες φαίνεται καθαρά πως το να υπηρετείς στα Τάγματα Ασφαλείας είναι αρκετό από μόνο του για να καταδικαστείς για εθνική αναξιότητα. Έναν χρόνο μετά, το 1946, που έχει αρχίσει ο Εμφύλιος, το πλαίσιο αλλάζει, γίνεται τροποποίηση και για να κριθείς εθνικά ανάξιος και να καταδικαστείς πρέπει να αποδείξεις απλώς ότι συνεργάστηκες για να πλουτίσεις. «Επί σκοπώ πλουτισμού». Αν συνεργάστηκες για να σώσεις την πατρίδα σου από τους κομμουνιστές, είσαι πατριώτης και ήρωας. Οι μάρτυρες, προφανώς καθοδηγημένοι από τους δικηγόρους, προσπαθούν να αποδείξουν ότι ό, τι έκαναν οι κατηγορούμενοι το έκαναν για τα χρήματα. Αυτή είναι η ιστορία της Ελλάδας. Οι δωσίλογοι κυβέρνησαν τη χώρα, όχι μόνο πολιτικά, αλλά οικονομικά, εμπορικά, πολιτισμικά. Η μισή Ελλάδα ήταν η χώρα των δωσιλόγων που έστελνε την άλλη μισή στην εξορία και τα ξερονήσια»
«Θα ζήσω απαρηγόρητος»
Στο «Επί σκοπώ πλουτισμού», όλα ξεκινούν σε ένα νοσοκομείο όπου ψυχορραγεί «με αδιαφορία» ο κ. Δημοσθένης Σαρίκας, «με την εμβληματική του μύτη να χλευάζει τη ζωή ή τον θάνατο ή και τα δύο».
Η Ελισάβετ Χρονοπούλου αποκαλύπτει πως για να είναι συνεπής με τους χαρακτήρες της τους πλάθει «με βάση μια λέξη. Αυτό με διευκολύνει να βρω τον υπαρξιακό τους κωδικό, τι είναι ο καθένας στο βάθος του.
Αυτό που μελέτησα πολύ ήταν επίσης το θέμα της παρηγοριάς, έτσι έφτιαξα και αυτόν τον χαρακτήρα. Είναι ο απαρηγόρητος. Με ενδιέφερε πως ένας άνθρωπος που έχει κάνει φόνο και αυτός ο φόνος δεν έχει τιμωρηθεί, και δεν έχει εξιχνιαστεί και δεν τον ξέρει κανείς, πως τον κουβαλάει και πως φτάνει στο τέλος της ζωής του ατιμώρητος αλλά απαρηγόρητος. Αυτό με συγκίνησε πολύ.
Είναι τρομακτικό το να μην παρηγορηθείς, να μην αφήσεις την παρηγοριά να σου απαλύνει το τραύμα και να ζεις όλη σου τη ζωή έτσι. Ο άνθρωπος παρηγοριά χρειάζεται. «Θα πονάω όσο ζω και δεν θα αφήσω γιατρειά να με γιατρέψει.. θα ζήσω απαρηγόρητος .. κι όσο ζω ο πόνος σου δεν θα χαθεί από τον κόσμο», ομολογεί ο Δημοσθένης Σαρίκας που έζησε ως θεματοφύλακας της μνήμης της αδελφής του, της 17χρονης Αμαλίας. Η ζωή του σταμάτησε στην ηλικία των 13 χρονών, την ημέρα που εκείνη δολοφονήθηκε. Σταμάτησε να ζει γιατί δεν ήθελε να συνεχίσει να ζει χωρίς αυτήν. Και νομίζω ότι στο τέλος της ζωής του πια, επιθυμεί να παραδώσει τη μνήμη της Αμαλίας, σαν σκυτάλη, στον άνθρωπο που είναι ο εγγονός του δολοφόνου της αδελφής του. Αφήνοντάς του την κληρονομιά του και χρίζοντάς τον με αυτόν τον τρόπο και δικό του εγγονό, κληρονόμο της δικής του ιστορίας.
Αυτή είναι η ιστορία της Ελλάδας. Παππούδες μας είναι και οι δύο. Παππούς μας είναι και ο δωσίλογος, παππούς μας είναι και το θύμα του. Μπορούμε να διαλέξουμε παππού. Είναι στο χέρι μας ποιον θα διαλέξουμε. Και που θα στρέψουμε το μέλλον της χώρας μας. Είμαστε παιδιά αυτών των ανθρώπων. Ας διαλέξουμε το σωστό μονοπάτι. Γιατί αυτό είναι το δίκαιο»
Μια βουτιά στην παιδική μου ηλικία
Η Χρονοπούλου χαϊδεύει τις λέξεις, τις περιποιείται και τις φροντίζει σαν μωρά, με στοργή, αγάπη και τρυφερότητα.
«Αγαπώ το παρελθόν. Αγαπούσα πολύ τη γιαγιά και τον παππού μου, με μάγευε από παιδί αυτή η ηλικιακή απόσταση. Θυμάμαι να μιλάω με τη γιαγιά μου και να ξεκαρδίζομαι από τα γέλια, με μια ηδονή γλωσσική, μια ευχαρίστηση για τις λέξεις που χρησιμοποιούσε εκείνη.
Μέσα από το βιβλίο κάνω και μια βουτιά στην παιδική μου ηλικία, στα ακούσματα εκείνου του παιδιού. Είχα δυο παππούδες κι έναν θείο φιλολόγους. Κι έναν πατέρα νομικό και σκηνοθέτη που είχε πάθος με τη γλώσσα. Και οι δυο γονείς μου είχαν μια πάρα πολύ μεγάλη αγάπη για τη γλώσσα, κάτι που με κάποιον τρόπο μας μεταδόθηκε. Και οι δυο σχολίαζαν πολύ. Αυτό κάνει και ο ήρωάς μου».
Από το «Παρασκήνιο» στον «Έτερο εχθρό»
Η Ελισάβετ Χρονοπούλου άρχισε να ασχολείται επισταμένα με την συγκεκριμένη ιστορική περίοδο, όταν το 1998 έγραψε το σενάριο της πρώτης της μεγάλου μήκους ταινίας «Ένα τραγούδι δεν φτάνει», που διαδραματίζεται την εποχή της χούντας. «Τότε έκανα μια πολύ μεγάλη έρευνα για την επταετία, που ήταν και τα παιδικά μου χρόνια. Την ίδια περίοδο δούλευα και στο «Παρασκήνιο», την εκπομπή των Παπαστάθη-Χατζόπουλου και μου προτείνεται να σκηνοθετήσω ένα επεισόδιο με θέμα «ο πολιτικός εγκλεισμός στην Ελλάδα του 20ου αιώνα». Εκεί για πρώτη φορά μπήκα σε μια ουσιαστική έρευνα, με σύμβουλο τον Παναγή Παναγιωτόπουλο που με καθοδήγησε σωστά επιλέγοντας ανθρώπους για συνεντεύξεις. Εκεί έγινε μια τεράστια ρωγμή, καθώς συνάντησα πρόσωπα που μου άλλαξαν τη ζωή. Έμαθα από πρώτο χέρι πως πήγαιναν στον θάνατο. Θυμάμαι τον Σπύρο Ανδρεάδη, συγκλονιστικό αγωνιστή, που παρέμεινε ως μελλοθάνατος στις φυλακές της Κέρκυρας για χρόνια ολόκληρα. Στη συνέχεια με το «Έτερος εχθρός», επέστρεψα στην ιστορία. Ήταν το 2012 – 2013 και η κρίση μας είχε ήδη εξουθενώσει και εξοντώσει. Ήμουν στο σημείο μηδέν της ζωής μου, οικονομικά και ηθικά. Τότε άρχισα να διαβάζω πάρα πολύ.
Δούλευα ως ταμίας σε θέατρο της Πλάκας, διέσχιζα κάθε πρωί την Αθήνα που μεταμορφωνόταν και μου είχε καρφωθεί στην ψυχή ότι ήταν η Αθήνα της Κατοχής.
Έβλεπα εξαθλιωμένους άστεγους, ηλικιωμένους να ζητάνε ένα ευρώ, μαγαζιά κλειστά και ξενοίκιαστα. Έβλεπα το σκοτάδι. Με έπιανε μια βαθιά λύπη και αυτό με οδηγούσε με έναν τρόπο στην Κατοχή. Και για να παρηγορηθώ άρχισα να διαβάζω βιβλία για την Κατοχή. Και άρχισα να μπαίνω όλο και πιο βαθιά και έτσι γεννήθηκε ο «Έτερος εχθρός».
Μετά επισκέφθηκα τα Γενικά Αρχεία του Κράτους και εκεί βούτηξα στις πηγές. Και αυτό με στοίχειωσε.
Όσον αφορά το κριτήριό μου για την τέχνη είναι ότι πρέπει να είναι πιστευτή. Είναι η αναστολή της δυσπιστίας. Είτε είναι σινεμά, είτε λογοτεχνία, είτε θέατρο, ο αναγνώστης, ο θεατής προσέρχεται δύσπιστος. Κι εσύ πρέπει να αναστείλεις αυτήν την δυσπιστία από την αρχή, να τον πάρεις μαζί σου και να τον πείσεις ότι του λες μια αλήθεια, επινοημένη, αλλά αλήθεια».
Μάνια Ζούση
