Metamanias Θέατρο Συνέντευξη

Τα σημαντικά πράγματα στο θέατρο γίνονται αυτήν την στιγμή “κάτω από το ραντάρ”

Αμήχανη σαν πρωτοετής δραματικής σχολής στην σκηνή, με μάτια διασταλμένα απέναντι στο κοινό, χωρίς να κρύβει την συγκίνηση, τη συστολή αλλά και τη χαρά της για αυτό το αντάμωμα μετά από καιρό, αλλά κυρίως χωρίς να κρύβει τα χρόνια που πέρασαν πάνω από το σώμα της. Την ίδια ώρα το πράσινο φουστανάκι, με εμφανή τα σημάδια του χειροποίητου, που φορούσε, δεν μπόρεσε να κρύψει την εφηβική ορμή και χάρη που συνεχίζουν να είναι παρούσες ενέργειες στη ζωή και την τέχνη  της Ελένης Μποζά.

Την συνάντησα μετά τον μονόλογο “Vagabontages”, (περιπλανήσεις του μυαλού και της ψυχής) που ανεβάζει στο Θέατρο Μπέλλος κάθε Πέμπτη, έργο που συνέγραψε με την παλιά συμφοιτήτρια από την Πειραματική Σκηνή, Σοφιάννα Θεοφάνους, θυμίζοντας πως δουλειά της είναι να μας αφηγείται τις λέξεις των άλλων. Παρόλο που η ίδια άφησε στην άκρη την μεγάλη αγάπη της υποκριτικής για να γίνει μια από τις πρώτες γυναίκες σκηνοθέτριες θεάτρου.

«Για μένα η σκηνοθεσία είναι σαν το σπίτι μου κι επειδή είναι νεόκοπη τέχνη στην Ελλάδα, πήρα απόφαση να αφήσω πίσω ένα δικό μου κομμάτι, πολύ αγαπημένο, την υποκριτική, για να μπορέσω να υπηρετήσω μια άλλη τέχνη. Ήταν μια απόφαση που πήρα συνειδητά και με πολύ πόνο, γιατί η υποκριτική είναι αυτό το τοπίο έκθεσης που σε κάνει καλύτερο άνθρωπο. Το πρωτογενές στο θέατρο είναι μόνο ένα, ο ηθοποιός. Η τέχνη της σύνθεσης είναι νεώτερη, που επιβλήθηκε καθώς από την ώρα που μπήκαμε στην εποχή της εικόνας, χρειαζόταν ένας συντονιστής απέξω. Αυτό που συμβαίνει στην ελληνική πραγματικότητα, καλλιτέχνες που παίζουν στα έργα που σκηνοθετούν, δεν το καταλαβαίνω. Άλλο να έχεις μια επίβλεψη της σύνθεσης και άλλο να είσαι μέσα σε αυτήν.

Σε αυτόν τον μονόλογο που παρουσιάζω, συνεχώς αναρωτιόμουν γιατί να έχω μείνει απέξω τόσο καιρό, αφού το θέλω πάρα πολύ να ανέβω στη σκηνή, προσπάθησα να παραμείνω προστατευμένη μαζί με φίλες – συντελεστές της παράστασης. Έγραψα το κείμενο με τη Σοφιάννα Θεοφάνους και με τη Θωμαίς Τριανταφυλλίδου μοιραστήκαμε το ότι εγώ ήμουν μέσα κι αυτή έξω.

Και ξαναβρήκα αυτήν την εφηβική χαρά του τι σημαίνει να εκτίθεσαι γιατί έχεις ανάγκη να πεις κάτι. Και επειδή η πολύπλοκη αυτή εποχή χρειάζεται λιτότητα και καθαρότητα για να μπορέσεις να μιλήσεις για αυτήν, αφέθηκα σε αυτό το ταξίδι. Είναι πάρα πολύ σημαντική για μένα όλη αυτή η συνθήκη της έκθεσης. Και έπαιξα με αυτήν την συνθήκη γιατί την έβαλα μέσα στο κείμενο. Πως για έναν άνθρωπο που είναι στη σκηνή, οι δανεικές λέξεις να πρέπει να γίνουν δικές του. Και τι σημαίνει όλη αυτή η διαδρομή μέσα στην οποία χάνεσαι και η οποία μοιάζει ένας τόπος όπου καταλήγεις να μην έχεις δικές σου λέξεις. Και αυτό είναι μια ταυτότητα».

 

Όλα αυτά τα χρόνια η Ελένη Μποζά δεν έπαψε να αγωνιά για την τέχνη της και να βασανίζεται για την εξέλιξή της. Με έγνοια τόσο για τον καλλιτέχνη της σκηνής όσο και της κουίντας που εμπνέει, συντονίζει, οργανώνει, σκηνοθετεί.

«Σε αυτήν την μετακαπιταλιστική εποχή που ζούμε, όπου το θέατρο είναι περισσότερο ένα είδος προϊόντος, με όρους προϊόντος, είχα πολύ μεγάλη ανάγκη να καταδείξω ότι ίσως αυτήν την στιγμή να μην χρειάζεται καν την ίδια του την ταυτότητα αν είναι να επιζήσει με κάποιον τρόπο.  Και ήθελα πάρα πολύ να το μοιραστώ αυτό και οι όροι για να μοιραστείς κάτι τέτοιο είναι τελείως προσωπικοί και εντελώς βιωματικοί. Για αυτό και μπήκα σε αυτήν την διαδικασία. Και για να πω ένα πολύ μεγάλο  «Είμαι κι εγώ εδώ».

Έχω την εντύπωση ότι τουλάχιστον όσο μπορώ να γνωρίζω την ελληνική πραγματικότητα, τα σημαντικά πράγματα στο θέατρο γίνονται αυτήν την στιγμή «κάτω από το ραντάρ». Κάτι που ακούω να συμβαίνει και στην ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Είναι η εποχή τέτοια. Δεν λέω ότι το ταξίδι μου στην έκθεση ήταν κάτι σημαντικό, αλλά το έκανα με απόλυτη επίγνωση του «κάτω από το ραντάρ». Συμβαίνουν πράγματα «κάτω από το ραντάρ» τόσο από παλιούς όσο και από νεώτερους καλλιτέχνες, που στην πραγματικότητα διαμορφώνουν αυτήν την στιγμή, την πραγματική θεατρική ιστορία και όχι αυτήν που φαίνεται.

Υπάρχει ένα ολόκληρο πλαίσιο και σύστημα ενδιάμεσων που στην ουσία κάνουν τις επιλογές για το τι είναι αυτό το οποίο θα μιληθεί, θα ακουσθεί, θα συζητηθεί και θα ιδωθεί από το μεγάλο κοινό. Με όρους καλλιτεχνικού εμπορεύματος. Θεωρώ ότι οι άνθρωποι που επηρεάζονται περισσότερο, είναι οι καλλιτέχνες τους οποίους έχουν επιλέξει να είναι «πάνω από το ραντάρ». Θεωρώ ότι σέρνουν το δικό τους σταυρό καθώς  δεν είναι ελεύθεροι να κάνουν λάθος. Ενώ τέχνη είναι η διαδικασία κατά την οποία μέσα από το λάθος βρίσκεις μια στιγμή σωστού.

Την ίδια ώρα είναι πολύ ενδιαφέρουσα η συνεργασία Ελλήνων καλλιτεχνών με ξένους συναδέλφους, που ωστόσο πολύ σπάνια, επειδή υπάρχει διαφορά στην παράδοση και την κουλτούρα, μπορούν να ανταπεξέλθουν σε αυτήν την συνομιλία. Το ζήτημα είναι τι παράγει κάτι τέτοιο. Γιατί μας έχουν πείσει ότι από αυτή τη σύζευξη παράγεται κάτι το οποίο εμποτίζει και διαμορφώνει την ελληνική πραγματικότητα. Κάτι που ωστόσο δεν συμβαίνει. Γιατί πρόκειται για διαφορά κουλτούρας, παράδοσης, νοοτροπίας. Είναι σαν ο τρόπος που έχει οριοθετηθεί η στρατηγική για το πώς θα προχωρήσει μπροστά το ελληνικό θέατρο, να είναι κοντόφθαλμη.

Λόγω των μετεμφυλιακών χρόνων και της ιστορίας μας, αποκοπήκαμε από τι συμβαίνει στην Ευρώπη. Αρχίσαμε να αλληλεπιδράμε αργά με τις πληροφορίες. Και αυτό δεν το σεβαστήκαμε για να βρούμε τη δική μας διαδρομή κάτω από την άσφαλτο, τη δική μας πραγματική ρίζα. Υπάρχουν καλλιτέχνες που το πιστεύουν αυτό και προσπαθούν, αλλά «κάτω από το ραντάρ».

Μετά τον κορονοιό στο θέατρο υπήρξε μια έκρηξη που πάντρευε μεγάλες παραγωγές με όρους ποιοτικούς – αυτήν την στιγμή υπάρχουν μόνο τέτοιες παραγωγές – ενώ παραγωγές έρευνας που γεννήθηκαν από αυτό το γεγονός δεν υπάρχουν γιατί δεν χρηματοδοτήθηκαν. Το γεγονός δεν καταγράφηκε καθώς η πολιτεία και οι φορείς της δεν ενδιαφέρθηκαν για το τι έχει διαμορφωθεί. Τι μπορούμε να κάνουμε; Νομίζω ότι αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να περιμένουμε υπομονετικά κάποιους γενναίους οι οποίοι θα συνεχίσουν μέσα σε ένα τοπίο σαθρό να προσπαθούν. Και εμείς να συνεχίσουμε να βλέπουμε αυτές τις προθέσεις που θα έπρεπε να καταγραφούν από τα θεατρολογικά τμήματα για να διαμορφωθεί με αυτόν τον τρόπο η πραγματική ιστορία του ελληνικού θεάτρου.

Έχουμε έναν αχταρμά από μικρές παραγωγές που γίνονται μέσα σε τρομακτική αγωνία από την έλλειψη χρηματοδότησης, παρόλα αυτά μέσα σε αυτές υπάρχουν τα ψήγματα του πραγματικού, αυτού που έχει γεννηθεί.

Είναι πολύ ενδιαφέρον ότι τα νέα  παιδιά αγωνίζονται να βρουν έναν προσωπικό δρόμο κι ενώ από τη μια υπάρχει η τεράστια ανάγκη να μπεις μέσα στο σύστημα για να μπορέσεις να επιζήσεις, από την άλλη αυτά τα παιδιά σε μια εποχή με υποβαθμισμένα τα πτυχία, επιμένουν σε έναν δρόμο ζωής. Και υπηρετώντας αυτό το πράγμα με πραγματικούς όρους, δηλώνουν την αξία του”

Η διαδρομή

«Είχα την τύχη να είμαι από τη δεύτερη φουρνιά του Εμπρός, σε εκείνη την περίοδο για το ελληνικό θέατρο που προσπαθούσαμε με έναν τρόπο πολύ γειωμένο να ερευνήσουμε το τι σημαίνει θέατρο και να αρχίσουμε να αλληλεπιδρούμε με το τι γίνεται στην υπόλοιπη Ευρώπη, ψάχνοντας να βρούμε τι μας λείπει, ποια είναι η δική μας παράδοση και τι είναι θεατρική παιδαγωγική.

Από μαθήτρια της Αμαλίας Μουτούση στο Εμπρός βρέθηκα στην αγκαλιά της Πειραματικής και στην ουσία μαζί με άλλους ανθρώπους από διαφορετικές σχολές έπρεπε να αποδεχτούμε ότι η σκηνοθεσία είναι μια διαφορετική τέχνη, να δουλεύουμε μαζί με ηθοποιούς μεταπτυχιακούς που μάθαιναν ότι ο σκηνοθέτης δεν είναι ένα τέρας που θέλει να κάνει το δικό του, αλλά ένας ευάλωτος άνθρωπος που μαζί με τον άλλον, προσπαθεί κάτι διαφορετικό. Νομίζω ότι το μεγάλο κέρδος και αυτό που οφείλουμε στην Πειραματική είναι ακριβώς ότι συζητήθηκε κάπως εκ των έσω τι ακριβώς είναι η τέχνη της σκηνοθεσίας που ήρθε με πολύ μεγάλη καθυστέρηση στην ελληνική πραγματικότητα.

Εκείνη την δεκαετία του 90 είχε ωριμάσει η συνθήκη να ερευνούμε και να ψάχνουμε.

Από την εποχή αυτή με ακολουθεί το ότι  μέσα από το ταπεινό και με ελάχιστα υλικά μπορείς να χτίσεις έναν ολόκληρο κόσμο. Αυτό με ακολουθεί ακόμα και σε αυτήν την παράσταση, μαζί με μια καρέκλα κι ένα μπονζάι!

Άλλωστε τέχνη είναι η συμπύκνωση του βιωματικού, του χειρωνακτικού. Όταν βλέπω τους νέους ανθρώπους με το ελάχιστο να παίρνουν το ρίσκο να κάνουν μια παράσταση , συγκινούμαι πάρα πολύ γιατί εκεί είναι κρυμμένο το μυστικό για να ανθίσει κάτι».

Με γονείς εκπαιδευτικούς, η Ελένη Μποζά δεν θα μπορούσε να αλλάξει μονοπάτι, κι έτσι μεγάλο μέρος της δράσης και της προσφοράς της έχει την κατεύθυνση της διδασκαλίας προς νέους ή υποψήφιους ηθοποιούς.

Μιλά με πόνο για την «καταβαράθρωση της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης» εξηγώντας πως «στόχος είναι η διαμόρφωση της κριτικής σκέψης , της αντίληψης και της έννοιας της υπέρβασης και της πνευματικότητας, διαδικασίες όχι αυτονόητες ώστε να διαμορφωθεί ένα είδος παιδαγωγικής.

Προέρχομαι από τη μεγάλη δεξαμενή των ηθοποιών για να καταλήξω να γίνω σκηνοθέτις θεάτρου.

Εκείνο που με συγκινεί βαθιά σε ένα από τα κομμάτια της σκηνοθεσίας είναι η διδασκαλία των ηθοποιών, αισθάνομαι όπως όταν είσαι ερωτευμένος με κάποιον ο οποίος όμως είναι ερωτευμένος με κάποιον άλλο, κι εγώ θα τους βοηθήσω να ζήσουν τον μεγάλο έρωτά τους. Μου αρέσει πολύ να το βλέπω έτσι!

Ως ηθοποιός έπαιξα ενώ ήμουν ακόμη στην σχολή του Εμπρός σε μια παράσταση που είχε ο Μιχάλης Βιρβιδάκης στο Κυκλάδων. Ήταν ο ναυτικός του Φερνάντο Πεσσόα. Έπαιξα ξανά στη Μήδεια του Λιβαθινού στην Επίδαυρο, και σε μια περφόρμανς το 2011. Καταπίεσα τόσο πολύ την δική μου ανάγκη γιατί πραγματικά πίστευα ότι όταν ψάχνεις να βρεις να διαμορφώσεις μια παράδοση στο τι είναι σκηνοθεσία, και ακόμα περισσότερο όταν είσαι μια γυναίκα σκηνοθέτις, πρέπει να μείνεις σε αυτό. Κλείστηκα μέσα στην ελληνική πραγματικότητα δουλεύοντας πολύ επί παραγγελία για να μπορέσω να επιβιώσω γιατί αποφάσισα ότι η σκηνοθεσία είναι επάγγελμα. Χωρίς να ανήκω σε μια τάξη που μπορεί  αυτό να το βοηθήσει. Θεωρώ μεγάλο μείον του ελληνικού θεάτρου ότι δεν συμμετέχουν άνθρωποι από όλες τις κοινωνικές τάξεις, κάτι που έκανα ως διευθύντρια της σχολής στο ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας όπου παιδιά που κανονικά δεν θα μπορούσαν να μπουν στη διαδικασία της θεατρικής εκπαίδευσης , είχαν την δυνατότητα να μπουν και με όρους καλύτερους και από τους αθηναϊκούς.

Όπως το λέω και στην παράσταση υπάρχει αυτή η γαμημένη ελπίδα που είναι το μόνο που έχουμε γιατί το ερώτημα είναι αν ο 21ος αιώνας χρειάζεται την τέχνη και πρέπει να το αποδείξουμε ότι την χρειάζεται.

Το ζητούμενο είναι να κάνουμε ξανά την ερώτηση για να μπορούμε να είμαστε σίγουροι για την απάντηση

Τίποτα δεν είναι δεδομένο

Άλλωστε η ατάκα της παράστασης που με συγκινεί είναι «αν στιγμιαία ισορροπήσει το όραμα με την πράξη αγγίζεις τον θεό».

Μάνια Ζούση