Μικροκαμωμένη αλλά με χέρια στιβαρά που πάνω τους έχει αποτυπωθεί η πάλη με τα υλικά έως ότου αυτά πάρουν την τελική τους μορφή σε κάθε έργο ξεχωριστά, η κεραμίστρια Στέλλα Μπακατσή με αιφνιδιάζει καθώς η όψη και η εμφάνισή της έρχονται σε πλήρη αντίθεση με πολλά από τα θηριώδη έργα της, κάτι που της ομολογώ κατά την συνάντησή μας στην αναδρομική της έκθεση που παρουσιάζεται στον νέο χώρο του «Ένοικου» στον Άλιμο έως και τις 30 Ιουνίου, σε επιμέλεια Χριστόφορου Μαρίνου.
Ακούγοντας το σχόλιό μου, με αφοπλιστική ειλικρίνεια και αμεσότητα απαντά: «Μου θύμισες τον Κούκτα» έναν επιμελητή που συνάντησα στη Νέα Υόρκη, όταν το 1999 έγινα μέλος της Διεθνούς Ακαδημίας Κεραμικής. Είχα εκθέσει ένα έργο μου στην Περούτζια μετέχοντας σε μια ομαδική όλων των μελών κι όταν με συνάντησε αναρωτήθηκε αν ήμουν εγώ η γλύπτρια του έργου. Κι όταν του απάντησα πως εγώ είμαι, αναφώνησε «Δεν το πιστεύω”! Έβλεπα το έργο και φανταζόμουν πως θα είσαι κι εσύ θηριώδης σαν αυτό!»

Για το πώς η ίδια, μια από τις πιο διακριτές παρουσίες της σύγχρονης ελληνικής κεραμικής επέλεξε αυτήν την διαδρομή της τέχνης, δεν διστάζει να πει: «Νομίζω ότι πορεύτηκα προς την κεραμική, όταν βρέθηκα στην Αίγινα και συνάντησα έναν αγγειοπλάστη που από μια μάζα πηλό, προχωρούσε στην σχηματοποίησή του κι εκεί αναρωτήθηκα και στάθηκα. Βέβαια αργότερα κατά τη διάρκεια ψυχανάλυσης που έκανα στη ζωή μου, αναδύθηκαν κάποιες πιθανές απαντήσεις για το γιατί η ζωή μου ταυτίστηκε με τον πηλό. Η μητέρα μου, άρρωστη με την καθαριότητα, δεν μας άφηνε εμένα και την αδελφή μου να παίζουμε και να λερωνόμαστε με χώματα σαν παιδιά, ακόμα και μπάλα παίζαμε στο κρεβάτι. Έτσι μάλλον δεν ήταν τυχαίο που επέλεξα πηλό, καθώς με τον πηλό λερωνόμουν και δεν είχα να δώσω λόγο σε κανέναν. Έπιανα το χώμα που η μάνα μου δεν το επέτρεπε. Έτσι επέλεξα να χωθώ μέσα στη λάσπη, για να μην με ενοχλεί κανείς.

Γεννημένη στα Τρίκαλα, όπου έμεινε έως τα τέσσερά της χρόνια, θυμάται : «η εικόνα που έχω είναι μια μουσμουλιά που έβλεπα έξω από ένα παράθυρο. Τα Τρίκαλα ήταν η καταγωγή του πατέρα μου, η μητέρα μου ήταν από τα Γιάννενα και βρέθηκαν εκεί. Εκείνη ήταν μαία και εκείνος γιατρός και συναντήθηκαν στον πόλεμο. Παντρεύτηκαν στο χωριό Παλιομονάστηρο Τρικάλων Θεσσαλίας. Από εκεί ο πατέρας πήρε μετάθεση για πέντε χρόνια στην Κέρκυρα, πήρε κι εμένα μαζί και μέναμε στο Αχίλλειο. Αυτό που θυμάμαι είναι οι μυρωδιές από τις πορτοκαλιές και τις λεμονιές, εκεί είδα για πρώτη φορά θάλασσα και πρώτη φορά αχινούς. Και τρελάθηκα. Έτσι οι αχινοί είναι έργα με πηλό που κάνω από την αρχή της εικαστικής μου διαδρομής σε διάφορα χρώματα και μεγέθη. Φτιαγμένοι στον τροχό και χαραγμένοι, σηματοδοτούν τη ζωή που πέρασε κι άφησε τα σημάδια της. Συνέχισα με τις πέτρες», εξηγεί και συνεχίζει την ξενάγησή μου.
Με έργο που αναπτύσσεται επί πέντε δεκαετίες στο γόνιμο όριο ανάμεσα στην κεραμική, τη γλυπτική και την εγκατάσταση, η Στέλλα Μπακατσή δεν διστάζει να πει πως σε όλο τον καλλιτεχνικό της βίο, έβρισκε πάντα τρόπους να κατασκευάζει αυτά τα ευμεγέθη έργα. Διευκρινίζοντας πως δουλεύει πάντα μόνη στο εργαστήριό της και χωρίς βοηθούς . «Τίποτα δεν επαναλαμβάνεται, κανένα έργο δεν πολλαπλασιάζεται τεχνικά, όλα είναι μοναδικά και προερχόμενα από τα χέρια μου».
Και συνεχίζοντας να διηγείται μικρές ιστορίες πίσω από κάθε έργο της, μου δείχνει τη “μουσική της βροχής”, μια εγκατάσταση με σύρματα αντίστασης σε υψηλές θερμοκρασίες. “Όλη μου η δουλειά είναι έργα ψημένα στους 1300 βαθμούς Κελσίου. Η αίσθηση που έχει ο πηλός έχει μια σκληρότητα, μια βαθύτητα, για αυτό επέλεξα να ψήνω σε αυτές τις θερμοκρασίες και να δουλεύω με αυτά τα υλικά και με αυτόν τον τρόπο.
Ο πηλός, το χώμα, η γη που μας περιβάλλει, είναι αυτό από το οποίο προερχόμαστε και αυτό που θα μας δεχθεί.
Βλέπετε απολιθώματα, πουλιά, σώματα, αυτό που ονομάζω «ρωγμή στον ήλιο» από την δεύτερη ατομική μου στην γκαλερί «Ώρα» με θεματική οικολογικών ζητημάτων. Ακολουθεί το «Δέηση στη γη» και σε αυτό διακρίνεις τα δάχτυλά μου, σαν μια προσευχή, μια δέηση.

Ακολουθεί η ενότητα «Ροές», που αναδύει τη ροή της ζωής. Το μέρος με τον πηλό είναι το σώμα, το μέρος με τις κλωστές είναι το πνευματικό κομμάτι, το εσωτερικό. Πρώτα η «Νιότη», με πολύ χρώμα, γεμάτο, σφριγηλό σώμα, άλλωστε όταν είμαστε νέοι αυτό που κυριαρχεί είναι η ομορφιά του σώματος. Υπάρχει φυσικά και το πνευματικό κομμάτι αλλά είναι κρυμμένο, άφαντο εκ πρώτης όψεως».
Στις «Ροές» εντυπωσιάζουν τα χιλιάδες σφαιρίδια πηλού που η γλύπτρια ζύμωνε και έπλαθε σαν να ετοίμαζε τους άρτους της ζωής. Με χαρμάνια και χρώματα ζυμώνει, ψήνει και συνθέτει. Μια μεγαλειώδης σειρά για τη ζωή και το θάνατο.
«Μετά τη «Νιότη» ακολουθεί η «Ωριμότητα», εξηγεί “όπου το σώμα χάνει σιγά σιγά την ομορφιά του και προβάλει το πνευματικό του κομμάτι. Έδωσα σημασία στο χρώμα για να πω σημειολογικά ότι το μέσα είναι πιο σημαντικό από το έξω. Στη συνέχεια είναι το «Μεταίχμιο», τα βαθιά γηρατειά όπου το σώμα φθίνει, ο πηλός είναι μόνο ένα στρώμα, τα σφαιρίδια πλάθονται μικρότερα και με κενά, για να δείξω τη φθορά. Εδώ μπορεί να έχει απολεσθεί η ομορφιά, αλλά το σώμα κρατά ακόμα τη μάζα του και η προβολή του εσωτερικού κόσμου είναι μεγάλη. Στο τέλος η «Μετάβαση» είναι η στιγμή της αναχώρησης από τη ζωή, η στιγμή που φεύγεις, το σώμα υποχωρεί, είναι οι τελευταίες ανάσες. Ακολουθεί ταφή, αποδόμηση, έμβρυα. Από αυτή τη σειρά εκθέτω τη «Γέννηση», μια κούνια μωρού με παστέλ ροζ αποχρώσεις των μικρών σφαιριδίων πηλού».

Με τον πηλό να λειτουργεί ως πρωταρχική ύλη, πεδίο μνήμης και μέσο στοχασμού πάνω στη ζωή, τον χρόνο, τη φθορά και τη μεταμόρφωση, η Στέλλα Μπακατσή διαμόρφωσε μια προσωπική εικαστική γλώσσα με έντονη αίσθηση υλικότητας, αφαιρετική πειθαρχία και σαφή γλυπτικό προσανατολισμό», όπως αναφέρει ο επιμελητής Χριστόφορος Μαρίνος.
Η ίδια με οδηγεί στο έργο «Μυστικοί κώδικες», κάτι προς εξέταση, όπως λέει, «μια νοητή καρέκλα ενός επιστήμονα που κάθεται και καταγράφει τα ευρήματα. Πάμε πια στο dna. Αυτή η θεματική με ακολούθησε έως και την τελευταία μου δουλειά. Διαπίστωσα ότι αυτά τα τέσσερα γράμματα, a, t, c, g είναι τα τέσσερα στοιχεία που ενυπάρχουν σε όλα τα έμβια όντα, στα φυτά, στα ζώα και στον άνθρωπο και ανάλογα με την αλληλουχία τους, καθορίζουν τα ήδη.
Αυτή η θεματική με καθόρισε και δημιούργησα επιτοίχια έργα που εξέθεσα στο Ευγενίδειο Ίδρυμα, στο Θόλο. Όταν ο φίλος κυτταρολόγος Βασίλης Δεληγιαννίδης στο μικροσκόπιο του οποίου είδα όλα αυτά, κύτταρα, μόρια, δομές μορίων, πέθανε, η γυναίκα του μου διέθεσε τα πλακάκια του εργαστηρίου του που τα εξέθεσα σε μια κεντρική εγκατάσταση 70 τετραγωνικών. Μια έκθεση διαλόγου μεταξύ τέχνης και επιστήμης.

Η δημιουργός δεν κρύβει το ενδιαφέρον της γύρω από τις απαρχές της ζωής και τα διάφορα στάδια εξέλιξής της στο σύμπαν.
«Πάντα με γοήτευε ο θαυμαστός κόσμος της γενετικής, με τις διαρκείς αποκαλύψεις, τα κρυμμένα μυστικά που φανερώνονται για να συμβάλλουν στην ελάχιστη γνώση που έχουμε για την ύπαρξη μας και τη βαθύτερη σχέση μας με τον δικό μας μικρόκοσμο και το αχανές σύμπαν», επισημαίνει στο artplay.gr
Ξεχωριστή στιγμή της έκθεσης αποτελούν τα εγκιβωτισμένα έργα από την σειρά «Ίχνη αναπνοών». Φανατική καπνίστρια η ίδια, εξηγεί πως κάθε φορά που κάπνιζε παρατηρούσε στο φίλτρο πως με κάθε ανάσα, αυτό κιτρίνιζε όλο και περισσότερο. « Ένιωθα ότι εκεί μέσα παγιδεύονται οι σκέψεις μου, οι στιγμές μου, η ζωή μου. Μέσα από τις ανάσες μου. Άρχισα να μαζεύω τα φίλτρα χωρίς αρχικά να τα κάνω κάτι, αλλά μέσα σε πέντε χρόνια, προχωρούσε η ιστορία. Σε σχέση με τον εθισμό, τα θετικά και τα αρνητικά, τα ελκυστικά πακέτα τσιγάρων που φώναζαν αγοράστε με”
Η ιστορία ξεκινά από νωρίς, καθώς όπως αποκαλύπτει, όταν ήταν μικρή, πήγαινε τα καλοκαίρια στη Λεπτοκαρυά Κατερίνης και με έναν ξάδελφό της αρμαθιάζανε καπνό. “Για το χαρτζιλίκι μας. Έτσι έχω εμπειρία από τους καπνεργάτες και αυτήν την βαριά αγροτική δουλειά”.
Εκθέτει τον κόπο των καπνεργατών, φύλλα καπνού μέσα σε πλεξιγκλάς. Ακολουθεί η βιομηχανική επεξεργασία με κομμένο καπνό και καταλήγει ο πίνακας με το τελικό αποτέλεσμα από χιλιάδες στάχτες των τσιγάρων της και αυτές εγκιβωτισμένες.
“Σε όλη αυτή τη διαδικασία συμμετείχαν φίλοι και γνωστοί, περισσότεροι από διακόσιοι, που μου κρατούσαν κουτιά τσιγάρων. Μαζέψτε μου κουτιά και πεταμένες γόπες”, τους έλεγα και όλα αυτά κατέληξαν σε μια εγκατάσταση από πακέτα τσιγάρων με οικολογική αναφορά.
Την ίδια ώρα υπήρχε και μια φωτογραφία ενός Αμερικανού φωτογράφου με έναν φυλακισμένο που κάπνιζε το τελευταίο τσιγάρο της ζωής του, πριν από την εκτέλεσή του”!
Ολοκληρώνοντας την ξενάγησή της η Στέλλα Μπακατσή με οδηγεί στη σειρά με τα «Νεκρά κοχύλια», που όπως μου εξηγεί τα εμπνεύστηκε όταν διάβασε κάπου πως τα κοχύλια όταν πεθαίνουν γίνονται λευκά. Έτσι δημιούργησε συνθέσεις από αληθινά κοχύλια, βαμμένους σπόγγους και άλλα υλικά.
Ανοιχτή στις εκπλήξεις και την δυναμική των υλικών, συνεχίζει αενάως να πειραματίζεται.
«Τώρα τελευταία παίζω με τις χρωμοπαγίδες από τις οποίες κάνω κολιέ και βραχιόλια”, ομολογεί με χάρη!

Κατά τη διάρκεια της ξενάγησης στην έκθεση, διακριτικός και ευγενής, υποδεχόταν το κοινό, ο ιδιοκτήτης του “Ένοικου”, αρχιτέκτονας Σπύρος Καπής που μου ομολόγησε: “Έφτιαξα αυτόν τον χώρο τέχνης για να κάνω μόνο πολύ αγαπημένες εκθέσεις. Δεν με ενδιαφέρει καθόλου να κάνω εμπορικές εκθέσεις”.
Με φανερή αγάπη και γνώση για την τέχνη και τους δημιουργούς, ο Σ. Καπής με ζήλο και ενδιαφέρον παρακολουθούσε από πολύ νωρίς εκθέσεις, μελετώντας βίους καλλιτεχνών και γνωρίζοντας τους ίδιους και τα έργα τους. “Ο Ένοικος άνοιξε με έναν αγαπημένο καλλιτέχνη, τον Λάζαρο Ζήκο, που έφυγε από τη ζωή πριν δεκαπέντε χρόνια και τον ήξερα προσωπικά και είχα έργα του. Έναν εναλλακτικό καλλιτέχνη. Στην έκθεση ήρθαν πάρα πολλοί που τον αγαπούσαν και μέσα από αυτήν έγινε γνωστός ο χώρος. Ακολούθησε έκθεση με έργα του Τάκη Καβαλιεράτου ενός καθαρόαιμου ζωγράφου και τώρα η Στέλλα Μπακατσή”, αναφέρει, ενώ ήδη σχεδιάζει τις προσεχείς εκθεσιακές προτάσεις του.

Ο Ένοικος επί της οδού Κουμουνδούρου 29, στον Άλιμο, πολύ κοντά στο μετρό Αλίμου, είναι ανοιχτός κάθε Τετάρτη, Σάββατο και Κυριακή, 17:00–20:00 και κατόπιν ραντεβού στο τηλέφωνο 6977 674 163.
Η έκθεση της Στέλλας Μπακατσή θα είναι επισκέψιμη έως και τις 30 Ιουνίου.
Μάνια Ζούση
