featured Βιβλίο

Μια Αγγλίδα συγγραφέας κάνει restart στον Όμηρο

Με ένα ποίημα, καντηλάκι μνήμης και εικονοστάσι θύμησης, για όλους τους νεκρούς του Τρωικού Πολέμου που σκοτώθηκαν στις φονικές μάχες μιας επικής και πολυετούς σύγκρουσης, και τα ονόματά τους χάνονται στην σκιά των μεγάλων πρωταγωνιστών και ηρώων, κάνει την δική της υπόκλιση στη ζωή η Αγγλίδα ποιήτρια Άλις Όσβαλντ. Το «Μνημείο Πεσόντων» που αναμένεται να κυκλοφορήσει σύντομα από τις εκδόσεις Μελάνι σε μετάφραση Μυρσίνης Γκανά, εκδόθηκε στα αγγλικά το 2011 και χαρακτηρίστηκε από την δημιουργό του «ένα προφορικό νεκροταφείο για τους νεκρούς της Ιλιάδας». Με σπουδές αρχαίας ελληνικής φιλολογίας στην Οξφόρδη, η Όσβαλντ παρέδωσε ένα «ταραχώδες έργο», όπως λέει η μεταφράστριά του, «με καταπληκτική σύλληψη, δύναμη και απουσία λυρισμού, μεταφράζοντας  τον Όμηρο από το πρωτότυπο» Κι όπως εξηγεί η ίδια η ποιήτρια στον πρόλογό της  «έχω αφαιρέσει τα ¾ της Ιλιάδας έτσι ώστε  το ποίημα να μοιάζει με έναν ναό όπου αφαιρείς την σκεπή για να μπορέσεις να κοιτάξεις αυτό που λατρεύεις».

Η Μυρσίνη διάβασε το βιβλίο της Όσβαλντ τυχαία, αλλά στάθηκε  αδύνατο να το αποχωρισθεί καθώς της δημιούργησε όπως λέει, τόσο ακραία και έντονα  συναισθήματα, όσο «και σωματικές αντιδράσεις : το διάβαζα και έκλαιγα. Το τελείωσα και διαπίστωσα πως είχαν περάσει ελάχιστες μέρες και το σκεφτόμουν συνέχεια.

Θέλοντας να το μεταφέρω στη γλώσσα μου, άρχισα να το μεταφράζω, έτσι όπως έκανα όταν πετύχαινα ως φοιτήτρια αγγλικής φιλολογίας κάποια κείμενα που με ενθουσίαζαν. Ποτέ δεν μου είχε τύχει κάτι τέτοιο από τότε που ασχολούμαι επαγγελματικά με την μετάφραση. Ένιωθα σαν κάποιος να μου το υπαγόρευε. Με συγκλόνισαν οι μικρές ανθρώπινες λεπτομέρειες και τα λιγοστά βιογραφικά που ακολουθούν τα ονόματα των νεκρών, έτσι ακριβώς όπως τα αναφέρει ο Όμηρος : για τα ψηλοτάβανα σπίτια που είχαν χτίσει με τα χέρια τους και τώρα πια δεν κατοικούν μέσα σε αυτά, για τις γυναίκες που ακούγοντας το μαντάτο του θανάτου θρηνούν αλλά και τους ίδιους που αιχμάλωτοι παρακαλούν για την ζωή τους».

Η ποιήτρια δημιουργεί έναν κατάλογο νεκρών που αποτελείται από οκτώ σελίδες ονομάτων. Ξεκινάει με τον πρώτο νεκρό της Ιλιάδας και προσθέτει ανά ραψωδία, με την σειρά του Ομήρου, όλους όσους σκοτώθηκαν και από τα δυο στρατόπεδα.

Έτσι συνθέτει ένα μεγάλο ποίημα με όλους τους θανάτους όπου εν είδη ρεφραίν παρεμβάλλονται οι ομηρικές παρομοιώσεις.  

Η Όσβαλντ έκανε το ποίημα της περφόρμανς διαβάζοντάς το ολόκληρο. «Είναι συγκλονιστική ακόμα και να την ακούς, καθώς ταράζεσαι ολόκληρος», προσθέτει η μεταφράστρια.

Το «Μνημείο Πεσόντων» είναι η υπόκλιση της ποιήτριας σε όλους τους νεκρούς των πολέμων, που αφηγείται με τον δικό της τρόπο το μεγαλείο των εφήμερων ανθρώπων διατηρώντας τα ονόματά τους στο μυαλό μας. Αυτό που προσπαθεί να κάνει με έναν τρόπο και η λογοτεχνία. Να διασώσει την αθανασία και την μνήμη, όλους και όσα αγαπάμε, αυτά που θέλουμε να μείνουν.

Δεν παραλείπεται κανείς, από τον ήρωα και τον ανδρείο έως τον αρχηγό και τον τελευταίο δειλό στρατιώτη. Ένα ποίημα που μοιάζει να σε βάζει να σκεφθείς μέσα από το σκοτάδι του θανάτου την ωραιότητα της ζωής.

«Η Όσβαλντ γίνεται μια νέα ραψωδός και κάνει restart στον Όμηρο», επισημαίνει εύστοχα η Μυρσίνη Γκανά. Μπορεί να εμπνέεται από τους νεκρούς αλλά αφηγείται μια γοητευτική ιστορία που σε κάνει να αναρωτιέσαι και μετά; Καταφέρνει έτσι να επανατοποθετήσει το ενδιαφέρον απέναντι στον Όμηρο και να καταδείξει γιατί γίνεται όλη αυτή η συζήτηση ανά τους αιώνες και γιατί θεωρούμε ότι ο Όμηρος είναι η αρχή της λογοτεχνίας. Η Ιλιάδα περιλαμβάνει ολόκληρη τη ζωή σε τέτοιο βαθμό που ξεπερνά το ηρωικό έπος. Και η Όσβαλντ φωτίζει τους ανθρώπους περισσότερο από τους πολεμιστές, όπως κάνει ο Όμηρος δηλαδή , από αυτόν που προδίδει και φοβάται και προσπαθεί να το σκάσει έως  τον φιλόδοξο άνδρα που αγνοεί τον κίνδυνο της μάχης. Είναι οι ίδιοι τύποι ανθρώπων που συναντάς και στη ζωή, μαζί με τους τρόπους τους, με την πονηριά, την δειλία, την γενναιότητα», σημειώνει.

 Η ποιήτρια – κηπουρός

Γεννημένη το 1966, η πολυβραβευμένη και δημοφιλής Άλις Όσβαλντ κατοικεί σήμερα σε ένα προάστιο του Λονδίνου με την οικογένειά της και ζει από τη συγγραφή.  Δεν δίστασε μετά τις φιλολογικές και θεατρικές σπουδές της να δουλέψει ακόμα και ως κηπουρός,  καθώς ήθελε να κάνει κάτι που να απασχολεί το σώμα της έτσι ώστε το μυαλό της να μπορεί «να δουλεύει τα δικά του», όπως λέει η μεταφράστριά της. «Η σχέση της με την φύση αποτυπώνεται στα ποιήματά της, στο εφήμερο της ανθρώπινης ζωής. Για την Όσβαλντ οι άνθρωποι μοιάζουν με τα φύλλα, που πέφτουν, λιώνουν και στην θέση του έρχονται άλλα. Και γράφει με ύφος στακάτο που έχει μια πολύ μεγάλη δύναμη, χωρίς να χρησιμοποιεί εύκολα τον λυρισμό».

Μάνια Ζούση

«Νέα Σελίδα» 5/11/2017