Βιβλίο

Χρήστος Οικονόμου : «Δεν έχει νόημα να γράφεις χωρίς ρίσκο»

Κρατώντας από το χέρι τις «Ποιήτριες παραδόξων έργων», όπως χαρακτηρίζει το νέο του βιβλίο «Οι Κόρες  του Ηφαιστείου», ο συγγραφέας Χρήστος Οικονόμου,  μας ξεναγεί στο γοητευτικό λογοτεχνικό του σύμπαν και μας αποκαλύπτει τα βιβλία που τον καθόρισαν, αλλά και την πρώτη ιστορία που έγραψε σε ηλικία 17 ετών. Δεν διστάζει να ομολογήσει πως  « η έμπνευση είναι μια σπίθα, αλλά για να γίνει φωτιά, θέλει δουλειά και κόπο, αφοσίωση και πείσμα» κι όταν τον ρωτάμε που χτυπά η καρδιά της λογοτεχνίας που αγαπά, τολμά να πει: «Στο στήθος κάθε ανθρώπου που έχει συνειδητοποιήσει ότι δεν ερχόμαστε σ’ αυτό τον κόσμο για να νοιαζόμαστε μόνο για τον εαυτό μας.  Η λογοτεχνία είναι μύθος, και ο μύθος πάντοτε αφορά (και) κάποιον άλλο, πέρα από τον εαυτό μας.  Αν πάψεις να πιστεύεις στον μύθο, παύεις να πιστεύεις και στον άλλο». Σχεδόν επί τη εμφανίσει του, ο Οικονόμου, απέσπασε το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος με το  «Κάτι θα γίνει θα δεις» (εκδόσεις Πόλις) και δημιούργησε φανατικό κοινό που αναζητά το επόμενο έργο του. Ακολούθησε από τις ίδιες εκδόσεις η συλλογή διηγημάτων «Το καλό θα ‘ρθει από τη θάλασσα» και τον περασμένο Οκτώβριο «Οι Κόρες του Ηφαιστείου». «Το σημαντικό δεν είναι από πού έρχονται οι ιστορίες, αλλά πού πηγαίνουν.  Δουλεύω με τη φαντασία μου, όχι με την αυτοβιογραφία μου», αποκαλύπτει.

-Ποια υπήρξε η λογοτεχνική σας καταγωγή, τα διαβάσματα, τα βιβλία, οι ιστορίες ή οι ήρωες αλλά και αντιήρωες που σας καθόρισαν, σας μάγεψαν και ίσως να ευθύνονται για την εξέλιξή σας ως συγγραφέα;

Τα πρώτα μου διαβάσματα, απ’ όσο μπορώ να θυμηθώ, ήταν τα παραμύθια του Άντερσεν και τα μυθιστορήματα του Βερν και του Ντίκενς.  Αργότερα ήρθαν ο Παπαδιαμάντης, ο Καζαντζάκης, ο Τσέχοφ και ο Σάλιντζερ.  Διάβαζα από μικρός πολλή ποίηση, Καβάφης, Ντίκινσον, Άγγλοι Ρομαντικοί.  Το «Περί μέθης» του Κωστή Παπαγιώργη με οδήγησε στον Ντοστογιέφσκι, ο Ντοστογιέφσκι στον Νίτσε, ο Νίτσε στους αρχαίους Έλληνες και στους χριστιανούς μυστικούς.  Από έναν συγγραφέα στον άλλον, απ’ το ένα βιβλίο στο επόμενο, το αέναο ταξίδι της ανάγνωσης μέσα από ανεξιχνίαστες οδούς.

-Ποια ήταν η πρώτη ιστορία που γράψατε και ποια ήταν η έμπνευσή της;

Δεν θυμάμαι αν ήταν αυτή η πρώτη, αλλά πρόσφατα βρήκα σε κάποιο συρτάρι μια ιστορία που έγραψα στα 17 μου.  Μια γυναίκα διώχνει τον μέθυσο άντρα της κι εκείνος προσπαθεί να ξαναμπεί στο σπίτι ξηλώνοντας τα κεραμίδια της σκεπής, ή κάτι τέτοιο.  Αν σας πω ότι βασίζεται σε προσωπικές εμπειρίες, μάλλον δεν θα το πιστέψετε και καλά θα κάνετε.  Πώς την εμπνεύστηκα;  Δεν έχω ιδέα.  Για μένα, το σημαντικό δεν είναι από πού έρχονται οι ιστορίες, αλλά πού πηγαίνουν.  Δουλεύω με τη φαντασία μου, όχι με την αυτοβιογραφία μου.

-Η γραφή σας διακρίνεται για την καταιγιστική και σπουδαία παρατήρηση, την ιλιγγιώδη περιγραφή, τον σκωπτικό τρόπο και σχολιασμό. Πόσο η δημοσιογραφία και το ρεπορτάζ επηρέασαν τον τρόπο ματιάς και γραφής, αλλά και την κατεύθυνση και την εμμονή στην μικρή φόρμα του διηγήματος;

Γράφω διηγήματα όχι επειδή έχω εμμονή με τη μικρή φόρμα, αλλά επειδή δεν έχω υπομονή για τη μεγάλη φόρμα.  Όσο για τη δημοσιογραφία, το μόνο (αλλά πολύ σημαντικό) που μου έμαθε είναι ότι δεν αρκεί να θέλεις να γράψεις κάτι, πρέπει να καθίσεις και να το γράψεις.  Η έμπνευση είναι μια σπίθα, για να γίνει φωτιά, θέλει δουλειά και κόπο, αφοσίωση και πείσμα.  Το γράψιμο είναι μια αντίφαση, ένα οργανωμένο χάος.

-Που χτυπά η καρδιά της λογοτεχνίας που αγαπάτε;

Στο στήθος κάθε ανθρώπου που έχει συνειδητοποιήσει ότι δεν ερχόμαστε σ’ αυτό τον κόσμο για να νοιαζόμαστε μόνο για τον εαυτό μας.  Η λογοτεχνία είναι μύθος, και ο μύθος πάντοτε αφορά (και) κάποιον άλλο, πέρα από τον εαυτό μας.  Αν πάψεις να πιστεύεις στον μύθο, παύεις να πιστεύεις και στον άλλο.

-Τι χαρακτηρίζει την γραφή σας πέρα από το πάθος της περιγραφής και της οξύνοιας στην παρατήρηση;

Προσπαθώ να γράψω ιστορίες με όσο το δυνατόν αυθεντικότερη γλώσσα και όσο το δυνατόν γνησιότερο συναίσθημα.  Προσπαθώ να δώσω πρόσωπο και φωνή στις απρόσωπες και βουβές δυνάμεις που μετατρέπουν την ανθρώπινη καρδιά σε πεδίο μάχης ανάμεσα στην αγάπη και στον φόβο, στην αναζήτηση της ασφάλειας και στο πάθος για την ελευθερία.

-Υπάρχει συνταγή, οδηγία, κώδικας, τρόπος ή μόνο πάθος ατελείωτο στην κατασκευή των χαρακτήρων, των λέξεων και των εικόνων;

Η λογοτεχνία, όπως και κάθε άλλη τέχνη, δεν είναι μόνο τρόπος έκφρασης αλλά και τρόπος επικοινωνίας, συνεπώς διέπεται από κάποιους κανόνες.  Για να τους παραβιάσεις, πρέπει πρώτα να τους μάθεις.  Τα υπόλοιπα εξαρτώνται από την ιδιοφυία του συγγραφέα, δηλαδή από την ικανότητά του να δημιουργεί έναν δικό του, ιδιαίτερο, μοναδικό κόσμο και την ικανότητά του να αποτυπώνει τον κόσμο αυτό στο χαρτί με πειστικό τρόπο.

-Οι συγγραφείς, απορροφάτε ως ευαίσθητοι παλμογράφοι, τους κραδασμούς σε μια κοινωνία που κοχλάζει. Κάτι που νιώσαμε στα δυο προηγούμενα βιβλία σας. Ποια είναι η αίσθηση που έφτασε ως εσάς από το κοινό; Θυμάστε κάτι χαρακτηριστικό από σχόλια και κρίσεις;

Θυμάμαι:  «Ξενύχτησα για να διαβάσω το βιβλίο σου και το άλλο πρωί τηλεφώνησα στη δουλειά και είπα ότι δεν θα πάω.  Κατέβηκα στον Πειραιά και κοίταζα τη θάλασσα μέχρι που νύχτωσε πάλι».

-Πώς θα μας συστήνατε τις «Κόρες του Ηφαιστείου»;

Ποιήτριες παραδόξων έργων, νομίζω.  Αποφεύγω να πω περισσότερα, επειδή, ξέρετε, είναι αυτόφωτα πλάσματα και προτιμούν να συστήνονται μόνες τους σε όσους ενδιαφέρονται να τις γνωρίσουν.

-Τι σας έκανε να στραφείτε σε έναν διαφορετικό τρόπο γλώσσας και σκέψης και συνάντησης με αρχέγονα στοιχεία λαϊκών θρύλων ξεχασμένων σε  θρησκευτικά βιβλία και αναγνώσματα;

Προσπαθώ με τα βιβλία μου ν’ ανοίξω νέους δρόμους.  Δεν ξέρω πού θα με οδηγήσουν, δεν ξέρω καν αν θα με οδηγήσουν κάπου,  ξέρω όμως ότι δεν μπορώ να μείνω ακίνητος, στάσιμος, καρφωμένος σ’ έναν τόπο.  Προχωράω, λοιπόν, συνεχώς, χωρίς να ξέρω πάντοτε τι θα συναντήσω μπροστά μου. Αλλά τι νόημα έχει να γράφεις εκ του ασφαλούς, χωρίς να παίρνεις ρίσκο;

ΜΑΝΙΑ ΖΟΥΣΗ

ΝΕΑ ΣΕΛΙΔΑ 28/1/2018