Metamanias Θέατρο

«Ο Γάμος της Μαρίας Μπράουν»: Η υπόκλιση του θεάτρου στο σινεμά

Ηταν από τις πιο αγαπημένες μου ταινίες, εκείνες που συνεχίζω να κουβαλάω. Και ήταν ευτυχής συγκυρία ότι ένας άνθρωπος που από τον κινηματογράφο προέρχεται, ο Γιώργος Σκεύας, αποφάσισε να μεταφέρει στη θεατρική σκηνή, στο Θέατρο της οδού Κυκλάδων για την ακρίβεια, την πιο δημοφιλή ταινία του Φασμπίντερ, με τον ίδιο ακριβώς τίτλο -«Ο γάμος της Μαρίας Μπράουν»-, αλλά με αρκετές παρεμβάσεις από εκεί και πέρα.

Ο Γιώργος Σκεύας, που επιμελήθηκε και τη μετάφραση και τη διασκευή του κειμένου, μας κάλεσε να δούμε την ιστορία της Μαρίας Μπράουν και μαζί την ιστορία της μεταπολεμικής Γερμανίας. Με τη άμεση, αμεσότατη βοήθεια του κινηματογράφου, αφού ανά τακτά χρονικά διαστήματα, σε δύο μεγάλες οθόνες στην πλάτη της σκηνής, προβάλλονταν σκηνές από επίκαιρα της εποχής, που βάδιζαν παράλληλα με το στόρι και την παράσταση. Με το στόρι της Μαρίας Μπράουν, με το στόρι της Γερμανίας.

Αλλά δεν υπάρχει μονο σ’ αυτό το σημείο της παράστασης ο κινηματογράφος. Κινηματογραφικά έχει στήσει και την παράσταση, αφού όλη η πλοκή παρουσιάζεται με σεκάνς, σε χωριστές σκηνές, συνήθως με δύο πρόσωπα κάθε φορά. Και πριν από κάθε σεκάνς διαβάζουμε τον τίτλο της, ένας τίτλος που παραπέμπει, ασφαλώς, στον βωβό κινηματογράφο, αλλά συνομιλεί ευθέως με άλλα κινηματογραφικά, θεατρικά ή λογοτεχνικά έργα. Ηδη έχει βάλει αρκετά νέα στοιχεία στην παράστασή του ο Γιώργος Σκεύας, επιδιώκοντας να συνομιλήσει, με την ταινία, με το συμπαν του Φασμπίντερ και με όσα ήθελε να πει εκείνος, τότε. Ετσι η παράσταση «Ο Γάμος της Μαρίας Μπράουν» και στην ταινία και στη σκηνή μπορεί να διαβαστεί και σε πρώτο επίπεδο (ως η ιστορία μιας απλής γυναίκας που δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει το σώμα της και το μυαλό της για να πετύχει και να επιβιώσει) και σε δεύτερο ή τρίτο (ως η ιστορία της μεταπολεμικής Γερμανίας ή της μεταπολεμικής Ευρώπης. Πρωτίστως της Γερμανίας όμως. Για το πώς μάζεψε τα μεταπολεμικά της ερείπια και πώς, με πείσμα, εξυπνάδα, δουλειά και θράσος κατάφερε να γίνει γρήγορα, ξανά, μια δυνατή ευρωπαϊκή χώρα). Σ’ αυτό το δεύτερο ή το τρίτο επίπεδο ανάγνωσης της παράστασης βοηθούν, οπωσδήποτε, οι σκηνές από τα ντοκουμέντα της εποχής, από τους στρατιώτες που πουλάνε τα παράσημά τους για μια φούχτα τσιγάρα ως τον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλου του 1954, που η Γερμανία κέρδισε την Ουγγαρία.

Υπαινικτικά είναι όλα αυτά. Επρεπε, δηλαδή, να καταφύγω σε γνώστες της ποδοσφαιρικής ιστορίας για να μου εξηγήσουν τι είχε συμβεί σ’ εκείνον τον τελικό και να κατανοήσω γιατί επέλεξε να βάλει αυτό το ντοκουμέντο ο Γιώργος Σκεύας στην παράσταση. Υπαινικτικά είναι και πολλά άλλα στοιχεία και αναφορές στην παράσταση του Θεάτρου της οδού Κυκλάδων. Και άλλα σχεδόν κρυπτικά. Ομως, δεν παραβλέπω ότι είναι μια παράσταση σχεδιασμένη μέχρι την τελευταία της λεπτομέρεια. Ο σχεδιασμός αυτός συνεπικουρείται από το σκηνικό του Αγγελου Μέντη (απολύτως μίνιμαλ, αλλά εξαιρετικά λειτουργικό), που υπογράφει και τα εξίσου εύστοχα κοστούμια, με αποκορύφωμα κομψότητας εκείνα της Μαρίας Μπράουν. Ενα μεγάλο μακρόστενο τραπέζι χρησιμοποιεί ο Αγγελος Μέντης, που γίνεται μπιλιάρδο, γίνεται αίθουσα συσκέψεων μεγάλης εταιρείας, που φιλοξενεί γραφομηχανές, τηλέφωνα ή… πατάτες, οι οποίες αγοράστηκαν στη μαύρη αγορά. Εξίσου εύστοχη, σε απόλυτη συνομιλία με την πλοκή και την κάθε σκηνή, η μουσική της Σήμης Τσιλαλή.

Ολα αυτά είναι τα θετικά στοιχεία, μαζί, ασφαλέστατα, με τους ικανότατους ηθοποιούς, κάποιοι από τους οποίους επωμίστηκαν περισσότερους από έναν ρόλους. Η Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη, ο Νίκος Γεωργάκης ο Γιάννης Νταλιάνης και ο Γιώργος Συμεωνίδης είναι τα πρόσωπα, καθοριστικά ή συμπληρωματικά του έργου, ενώ ο Μάξιμος Μουμούρης είναι ο Χέρμαν, ο σύζυγος της Μαρίας Μπράουν (που αγνοείται για χρόνια, που επιστρέφει, ξαναφεύγει και επιστρέφει και πάλι). Και τον ρόλο της Μαρίας Μπράουν, (τον δύσκολο και απαιτητικό, αφού ξεκινά ως μια απλή, φοβισμένη και ερωτευμένη γυναίκα, που επιμένει να πιστεύει ότι ο άντρας της ζει και δεν πέθανε στον πόμεο, και γίνεται σιγά σιγά, -μεταμορφώνεται μπροστά στα μάτια μας- σε μια άτεγκτη και αδίστακτη γυναίκα, που κυνηγάει το χρήμα και την επιτυχία και δεν διστάζει μπροστά σε τίποτα γι’ αυτά τα αγαθά, που αποκτά δόξα και δύναμη, αλλά πάντα κρύβει για τον εαυτό της τις μύχιες σκέψεις και τα πραγματικά της συναισθήματα) ερμηνεύει η Λένα Παπαληγούρα, σ’ έναν κόντρα ρόλο για την προσωπικότητα και το fizik της, που δεν παραπέμπουν σε femme fatale. Η εμπειρία της, η παιδεία της, το πάθος και η επαγγελματική αφοσίωση της Λένας Παλαληγούρα, της επέτρεψαν να ανταποκριθεί σ’ αυτή την πρόκληση και να ερμηνεύσει μια γυναίκα που διεκδικεί να ορίζει το σώμα της και τα αισθήματά της και αυτά τα δύο να τα διαχωρίζει συχνότατα, κρατώντας για τον εαυτό της το δεύτερο σκέλος, το συναίσθημα, και διαχωρίζοντάς το από τις ανάγκες ή τις επιθυμίες του σώματος.

 

Από την ώρα όμως που ολοκληρώθηκε η παράσταση κάτι με κράταγε, κάτι μου  έφταιγε που δεν μπορούσα να το εντοπίσω, να το ορίσω και να το κατατάξω. «Ο Γάμος της Μαρίας Μπράουν» είναι, επαναλαμβάνω, μια καλοσχεδιασμένη και καλοδουλεμένη παράσταση. Ο Γιώργος Σκεύας, όσο γνωρίζω τη δουλειά του, μου έχει δώσει την εντύπωση ότι δεν αφήνει τίποτα στην τύχη. Οτι τα ψάχνει και τα βασανίζει όσα θέλει να κάνει. Κατέληξα στο ότι είδα μια παράσταση καλοκουρδισμένη, καλοσχεδιασμένη και κατανοητή στο πρώτο της επίπεδο, στην ερωτική δίνη μιας γυναίκας, σε κάθε επίπεδο θεατρικότητας, αλλά δυσπρόσιτη σε πολλές και ουσιαστικές «λεπτομέρειες». Σ’ αυτό το επίπεδο ο Γιώργος Σκεύας έφτιαξε κάτι γοητευτικά ελιτίστικο, που ο ίδιος γνώριζε πολύ καλά, το είχε σκεφτεί πολύ πριν το αποφασίσει και πριν το εντάξει στην παράστασή του, αλλά δεν είμαι σίγουρη ότι φτάνει ευθέως στην πλατεία. Συνομίλησε με τα διαβάσματά του, τα οράματά του και τις αγάπες του, αλλά δεν είναι σίγουρο ότι θα συνομιλήσουν όλοι οι θεατές με καθένα από αυτά.

Και πάλι αναρωτιέμαι: είναι αρνητικό το ελιτίστικο; Είναι «μειονέκτημα» η διαφορετική πρόταση, η όχι εύληπτη, η όχι μασημένη; Καθόλου, αλλά στην προκειμένη περίπτωση, πολλά από αυτά τα διαφορετικά, νομίζω ότι ο Γιώργος Σκεύας δεν τα θεατροποίησε με τρόπο που να συνομιλήσουν με όσο το δυνατόν περισσότερους θεατές.

ΟΛΓΑ ΣΕΛΛΑ