featured Θέατρο Οι δημιουργοί γράφουν

Μαρία Μαγκανάρη: «Στον Θείο Βάνια, υπάρχει μια συμφιλίωση με το τραύμα»

“Ο θείος Βάνιας” είναι ένα έργο που μου αρέσει απόλυτα. Με συγκινούν τα πάντα σ’ αυτό: τα πρόσωπα, η υπόθεση, οι μικρές λεπτομέρειες στη γραφή του, μέχρι και ο “μπανάλ” τίτλος του», ομολογεί στο artplay. gr η ηθοποιός και σκηνοθέτις Μαρία Μαγκανάρη με αφορμή την πρεμιέρα του έργου του Τσέχωφ στις 10 Ιανουαρίου στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων.  «Νομίζω πως πριν το διαβάσω για πρώτη φορά (στη δραματική σχολή) είχα δει την ταινία του Κοντσαλόφσκι και μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση. Ο ομώνυμος ρόλος παιγμένος από τον Σμοκτουνόφσκι, με συγκινεί ακόμα πολύ.

Αυτά τα πρόσωπα που παραπονιούνται εμμονικά για τις σπαταλημένες τους ζωές, για τις θυσίες τους που μένουν χωρίς αντίκρυσμα, για τα αισθήματά τους που σκορπιούνται, για τις ανεκμετάλλευτες ικανότητές τους, περιγράφουν τόσο ποιητικά την ανθρώπινη κατάσταση. Όλοι είναι ικανοί για το καλύτερο και για το χειρότερο, παραπαίουν μεταξύ ναρκισσισμού και γενναιοδωρίας, αρνούνται να ωριμάσουν, και όλο τους το συναισθηματικό φορτίο το πετούν σε όποιον έχουν απέναντί τους, χωρίς φίλτρο, όπως κάνουν, ας πούμε, τα παιδιά. Ως αποτέλεσμα, όλες οι σχέσεις στο έργο είναι δυσλειτουργικές.

“Ο θείος Βάνιας” είναι , κατά τη γνώμη μου, πρότυπο καλογραμμένου έργου- δεν υπάρχει τίποτα περιττό στη δομή του. Βασίζεται σ ‘ένα πρώιμο έργο του Τσέχωφ, το “Wood Demon”, που γράφτηκε δέκα χρόνια νωρίτερα και το οποίο ο συγγραφέας δούλευε και ξαναδούλευε, μέχρι να φτάσει στη μορφή του έργου που γνωρίζουμε. Το να δουλέψει ένα θεατρικό του τόσο εξαντλητικά, δεν φαίνεται να το έχει ξανακάνει ο Τσέχωφ. Ο “Βάνιας” τον απασχολούσε πολύ βαθιά και, θα λέγαμε, ήταν η αφορμή να προχωρήσει εντυπωσιακά ως θεατρικός συγγραφέας.

Ο τρόπος που το έργο σπάει σε όλα τα επίπεδα την παράδοση του μελοδράματος που προϋπήρχε είναι εντυπωσιακός. Εδώ όλα είναι σχετικά: οι ήρωες δεν είναι ηρωικοί- συχνά φλερτάρουν με το γελοίο. Τα καταστροφικά πάθη δεν είναι και τόσο καταστροφικά που να συντρίβουν, μα ούτε και τα δημιουργικά πάθη δημιουργούν τίποτα της προκοπής. Στο σύμπαν του “Βάνια” το δραματικό με το κωμικό στοιχείο όχι απλώς συνυπάρχουν- είναι ταυτόσημα. Νομίζω πως δεν θεωρήθηκε τυχαία από πολλούς, ως το πρώτο μοντέρνο θεατρικό έργο».

Η παράσταση

«Ένας από τους βασικούς στόχους της παράστασής μας είναι να ζωντανέψει αυτό το δίκτυο των δυσλειτουργικών σχέσεων μεταξύ των προσώπων. Οι ήρωες προσπαθούν να ξανασυναντηθούν με τα συναισθήματά τους, όμως αυτό συχνά γίνεται με μη ελεγχόμενους τρόπους. Προσπαθούν να καταλάβουν τους εαυτούς τους εξηγώντας τους, ξανά και ξανά. Στην παράσταση επιχειρήσαμε να διακρίνουμε πότε ο λόγος τους έχει στόχο την επικοινωνία και πότε την εκτόνωση. Πότε τους ενώνει με τους άλλους και πότε τους απομονώνει. Κάποιες φορές η ομιλία τους είναι δράση και κάποιες άλλες διαφυγή απ’ τη ρουτίνα της καθημερινότητας. Το έργο εντέλει δεν αναπτύσσεται νατουραλιστικά, αλλά μουσικά και ποιητικά. Ακόμα και οι παρμένες από καθημερινά τελετουργικά λεπτομέρειες δεν εξυπηρετούν τον ρεαλισμό- στην πραγματικότητα τον πλήττουν. Οι παύσεις, οι μονόλογοι όπου οι ήρωες ¨εξηγούν” τους εαυτούς τους και οι επαναλήψεις, οδηγούν τελικά σε μία φόρμα. Αυτή είναι μια κατεύθυνση που ακολουθήσαμε και στην σκηνική ανάγνωση του έργου: η αναζήτηση του χώρου όπου ο ρεαλισμός της καθημερινότητας “ξεκουρδίζεται” και αντικαθίσταται από πραγματικότητες πιο ποιητικές που καταγράφουν το τι συμβαίνει εντός της ψυχής των ηρώων».

Τα πρόσωπα

«Η καθεμία από τις τέσσερις πράξεις του έργου θα μπορούσε να είναι μια διαφορετική εκδοχή της ζωής των προσώπων. Το πλαίσιο οριοθετείται από την άφιξη του εγωκεντρικού Καθηγητή Σερεμπριακώφ (Παναγιώτης Καλαντζόπουλος) και της όμορφης συζύγου του, Ελένα (Ανθή Ευστρατιάδου) στο σπίτι της πρώτης του συζύγου, στην επαρχία. Ό,τι συμβεί, θα οδηγήσει στην  εσπευσμένη αναχώρησή τους.  Η Α’ πράξη περιγράφει το πώς άλλαξαν τα πράγματα απ’την άφιξη του ζεύγους, η Β’ πράξη, που εκτυλίσσεται νύχτα, είναι μια προβολή του πώς θα μπορούσαν φαντασιακά να είναι τα πράγματα, η Γ’ πράξη διαψεύδει τις όποιες προσδοκίες και η Δ’ πράξη επισφραγίζει το πώς τελικά θα είναι τα πράγματα.

Τα πρόσωπα του “Θείου Βάνια” βρίσκονται σε οριακή ψυχική κατάσταση. Δεν κοιμούνται, παραπονιούνται συνέχεια, πίνουν τσάι, βότκα, κρασί, κονιάκ, παίρνουν φάρμακα, είναι έτοιμοι για καυγά. Το βασικό αίτημα των περισσοτέρων συνοψίζεται, νομίζω, στη φράση “Δεν έχω το δικαίωμα να είμαι εγωιστής;”

Ο Βάνιας (Κώστας Κουτσολέλος) είναι το ενεργό κέντρο του έργου. Επένδυσε όλο το συναισθηματικό του κεφάλαιο σε μια θυσία που έχει προδοθεί. Έτσι τώρα έχει γίνει υβριστικός. Την ίδια στιγμή, η θυσία αυτή αποτέλεσε την αφορμή να μείνει καθηλωμένος σε μια μη ενήλικη κατάσταση, παρά τα 47 του χρόνια. Η έναρξη του έργου τον βρίσκει ήδη σε μια φοβερή κρίση ταυτότητας- που είναι και κρίση της αρσενικής του ταυτότητας, την οποία δεν θα καταφέρει να δικαιώσει μέχρι το τέλος του έργου. Ο Βάνιας αποτυγχάνει ως άντρας πρωταγωνιστής, του λείπει το σθένος, είναι πιο ευαίσθητος από όσο “επιτρέπεται”. Ως άλλος Τρέπλιεφ, υποφέρει από… αναμνήσεις. Η συναισθηματικότητα και το άγχος του δεν ταιριάζουν στην αρσενική τάξη πραγμάτων. Θα μείνει για πάντα ο “θα μπορούσα να έχω γίνει…”. Κάτι που εμφατικά θα του επισημαίνει η μητέρα του, Μαρία (Υβόννη Μαλτέζου), την οποία διακατέχει  ο τυφλός θαυμασμός για τον “άνθρωπο των έργων”, τον Καθηγητή.

Στον αντίποδά του Βάνια βρίσκεται ο γιατρός Άστρωφ (Γιωργής Τσαμπουράκης). Ένας “αρσενικός” ήρωας που, κατά τα λεγόμενά του, δεν μπορεί να νιώσει και να συνδεθεί με τους ανθρώπους. Το αλκοόλ και η εξαντλητική δουλειά είναι τα μέσα του για να επιβιώσει. Η φυσιολατρεία του (ο Τσέχωφ εισάγει την έννοια της οικολογίας, προτού καλά καλά αυτή υπάρξει ώς τέτοια) συμπληρώνεται από τη θεωρητικοποιημένη μισανθρωπία του. Ο Άστρωφ ενσαρκώνει την πεποίθηση πως το άτομο, αδυνατώντας να ενωθεί με τον “Άλλον”, προχωράει μόνο.

Η σύζυγος του Καθηγητή, Ελένα, είναι το αντικείμενο του πόθου των αντρών, η μη διαχειρίσιμη απειλή. Ο Τσέχωφ εδώ κάνει μια ακόμα τολμηρή επιλογή. Δεν την εξιδανικεύει ως γυναίκα. Δεν βάζει την όμορφη Ελένα να ενσαρκώνει τον ρομαντικό έρωτα, όπως όφειλαν να πράττουν όλες οι ρομαντικές ηρωίδες ως τότε. Η Ελένα εξάπτει τους άντρες, χωρίς να τους ικανοποιεί και αυτό στα μάτια των άλλων την καθιστά αφύσικη. Δεν είναι μητρική, αλλά ούτε και συντρίβεται απ’τον έρωτα- είναι δύσκολο να την κατατάξει κανείς κάπου ως γυναίκα. Η Ελένα θυμίζει την παθητικότητα του Τριγκόριν του “Γλάρου” που ακολουθεί τα συναισθήματα των άλλων. Το μόνο πρόσωπο που πραγματικά ελπίζει ν’αλλάξει τη ζωή του μέσω της αγάπης, είναι η ανηψιά του Βάνια, η Σόνια (Σύρμω Κεκέ). Ωστόσο κι αυτή αποτυγχάνει. Ο γιατρός δεν θα την αγαπήσει ποτέ κι εκείνη θα συνεχίσει να ζει τη ζωή της θυσιαζόμενη για τους άλλους. Στο έργο δεν υπάρχει κάθαρση, υπάρχει ίσως μια κάποια συμφιλίωση με το τραύμα, με τον πόνο και την πρεσβεύει η Σόνια.

Δύο ακόμα πρόσωπα, ο Τελιέγκιν (Δημήτρης Ντάσκας) και η Μαρίνα (την ερμηνεύω εγώ) συμπληρώνουν την εικόνα. Και οι δύο διαφοροποιούνται απ’τους υπόλοιπους ήρωες στο ότι  φροντίζουν τους άλλους, παρά απαιτούν να φροντιστούν. Τέλος και οι δύο είναι εξοικειωμένοι με την πραγματικότητά τους και δεν προσδοκούν την αλλαγή της. Η ήρεμη και αναμενόμενη ζωή της υπαίθρου είναι η μόνη ζωή που γνωρίζουν και αγαπούν».

Συντελεστές:

μετάφραση: Χρύσα Προκοπάκη

σκηνοθεσία: Μαρία Μαγκανάρη

φωτισμοί, τρέιλερ, φωτογραφίες: Μαρία Γοζαδίνου

μουσικήΠαναγιώτης Καλαντζόπουλος

σκηνικά: Διδώ Γκόγκου

κοστούμια: Παύλος Θανόπουλος

βοηθοί σκηνοθέτη: Ανδριάνα Χαλκίδη, Βασιλική Σκευοφύλαξ

Ευχαριστούμε τη Νεφέλη Ανανιάδη.

παίζουν: Ανθή Ευστρατιάδου, Παναγιώτης Καλαντζόπουλος, Σύρμω Κεκέ, Κώστας Κουτσολέλος, Μαρία Μαγκανάρη, Υβόννη Μαλτέζου, Δημήτρης Ντάσκας, Γιωργής Τσαμπουράκης

παραγωγή: προτσές

από 10 Ιανουαρίου μέχρι Φεβρουαρίου

Κάθε Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο, Κυριακή στις 21:00 

Τιμές 12 €, 8 € (φοιτητικό, άνω 65), 5 € (κάρτα ανεργίας, ΣΕΗ)