Metamanias Θέατρο

Η «Νυχτερίδα» για έναν «κόσμο που ξεθώριασε και ανόστεψε»

Ήταν ένα φιλόδοξο εγχείρημα που ολοκληρώθηκε. Η τριλογία «Ακυβέρνητες Πολιτείες» του Στρατή Τσίρκα έγιναν τρεις θεατρικές παραστάσεις, από τρεις διαφορετικούς σκηνοθέτες (Εφη Θεοδώρου για τη «Λέσχη», Γιάννης Λεοντάρης για την «Αριάγνη» και Αρης Τρουπάκης για τη «Νυχτερίδα»), μια συμπαραγωγή του Εθνικού Θεάτρου και του Θεάτρου Τέχνης. Την περασμένη εβδομάδα έκανε πρεμιέρα η τρίτη παράσταση, η θεατροποίηση του τρίτου τόμου, της «Νυχτερίδας». Ολοι με τους ίδιους συντελεστές, αυτός ήταν ο αρχικός σχεδιασμός που τηρήθηκε, εν πολλοίς, ως το τέλος.

Στο Θέατρο Τέχνης της οδού Φρυνίχου στεγάστηκε κι η «Νυχτερίδα», όπως και η «Αριάγνη» (στο Υπόγειο του Τέχνης είχε στεγαστεί η «Λέσχη», παρά τις αρχικές ανακοινώσεις ότι μία απ’ όλες τις παραστάσεις θα στεγαζόταν στη Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου).

Το σκηνικό (Αση Δημητρολοπούλου, όπως και τα κοστούμια) σαφές, μεταπολεμικό. Ενα γραφείο, ένας καλόγερος, ένας καθρέφτης, μερικές δερμάτινες βαλίτσες, μια πολυθρόνα, ένα τραπεζάκι, ένα φωτιστικό, όλα μεταπολεμικής αισθητικής. Ο Αρης Τρουπάκης επέλεξε να αφηγηθεί την πιο πυκνή ιστορία της τριλογίας, που εμπεριείχε έρωτες και πάθη, αλλά και τα πάθη του πολέμου και του αριστερού κινήματος, έχοντας επιλέξει τρία κεντρικά πρόσωπα, γύρω από τα οποία στρέφονταν και εμπλέκονταν όλα τα υπόλοιπα: τον Αιγυπτιώτη Παράσχο (Θανάσης Δήμου, για μια ακόμη φορά εξαιρετικός) που προσπαθεί να μην εμπλακεί στη δίνη της ιστορίας, τον Μάνο Σιμωνίδη ασφαλώς (Γιώργος Κριθάρας, πολύ καλός και πάλι) που με κάθε κύτταρό του βιώνει και δρά σε ό,τι θεωρεί σημαντικό, είτε αυτό είναι το όραμα και η ιδεολογία είτε είναι ο έρωτας και τη Λαίδη Νάνσυ Κάμπελ (Ηλέκτρα Νικολούζου, εξαιρετική ως Νάνσυ), η αισθαντική αριστοκράτισσα που επικοινωνεί, μέσω του έρωτα, με τις αξίες του κομμουνιστικού κινήματος. Ακυβέρνητη πολιτεία, στον τρίτο τόμο, η Αλεξάνδρεια, μετά την Ιερουσαλήμ και το Κάιρο.

Από την αρχή είναι φανερή η πρόσμιξη των ακουσμάτων, των διαφορετικών ερεθισμάτων και πολιτισμών. Το γαλλικό τραγούδι μπερδεύεται μ’ έναν αμανέ και όλοι, ο καθένας από τα πρόσωπα του μυθιστορήματος αναζητούν να επιβιώσουν και να διατηρήσουν κάτι τις το ανθρώπινο σ’ έναν «κόσμο που ξεθώριασε και ανόστεψε».

Αυτό το πρώτο εύρημα του Αρη Τρουπάκη με τις τρεις αφηγήσεις (σε α, β και γ πρόσωπο) των τριών επί σκηνής προσώπων είναι ουσιαστικό και λειτουργικό για την κατανόηση της ιστορίας, που έχει πολλές πτυχές, πολλές διαδρομές, πολλά πάθη. Μ’ αυτόν τον τρόπο οι χαρακτήρες γίνονται γλαφυροί και εύληπτοι, ακόμα και για όποιον δεν έχει ιδιαίτερη αναγνωστική σχέση με την Τριλογία του Τσίρκα. Είναι ασφαλώς παρούσες εδώ, πολύ πιο έντονες, πολύ πιο ξεκάθαρες, οι εσωκομματικές διαμάχες, έτσι όπως αποτυπώθηκαν στη διάρκεια του πολέμου και στο κίνημα του Απρίλη του ’44 και αργότερα, στη Συμφωνία του Λιβάνου, κι αυτό γιατί την ώρα γραφής της «Νυχτερίδας» ο Τσίρκας είχε ήδη διαγραφεί από το ενιαίο, τότε, Κομμουνιστικό Κόμμα. Η μόνιμη επωδός ενός πιστού, παρότι πικραμένου αγωνιστή, του Φάνη (ο Βαγγέλης Ψωμάς θαρρείς ότι ήρθε κατευθείαν από εκείνη την εποχή), είναι άλλωστε «στα σκοτεινά περπατάμε…». Από τότε…

Στο μεγαλύτερο πρώτο μέρος της «Νυχτερίδας» κυριαρχεί ο γρήγορος ρυθμός (δουλεμένες ερμηνείες σε κάθε ρόλο), οι παράλληλες σκηνές που όμως είναι διακριτές και βάζουν τον θεατή στο κλίμα της εποχής, στο κλίμα του μυθιστορήματος, στο κλίμα των πυκνών πολιτικών και ιδεολογικών ζητημάτων της εποχής εκείνης (που δεν έχουν λυθεί όμως και την εποχή που γράφεται η “Νυχτερίδα”). Η ήττα και η διάψευση είναι φανερές, στη ζωή, στα λόγια, στην αγωνία, στις επιλογές των ηρώων.

Μετά το διάλειμμα βρισκόμαστε, στα μέσα της δεκαετίας του ’50 πια, στη Θεσσαλονίκη. Ο Εμφύλιος έχει τελειώσει, αλλά όχι όσα τον ακολούθησαν. Ο μόνος επιζών και ο μόνος παρών από την παρέα της Αλεξάνδρειας είναι ο Παράσχος. Και κάποιοι που επωμίστηκαν τις επιλογές των άλλων και τα πάθη της ιστορίας, χωρίς να το επιλέξουν -οι δεύτεροι ρόλοι της μεγάλης ιστορίας.

Μόνο που σ’ αυτό το δεύτερο μέρος αλλάζει το κλίμα. Ναι, είναι πολλές οι μνήμες, πολλές οι απώλειες, πολλά τα οράματα που στραβοπάτησαν, πολλές οι διαψεύσεις, αλλά η σκηνική παρουσία όλων αυτών έγινε με μεγαλύτερη δόση ρεαλισμού απ’ ό,τι ίσως απαιτούνταν. Περισσότερο μας θύμισε ελληνικές ταινίες που αποτυπώνουν αυτές τις στιγμές της ιστορίας ο Αρης Τρουπάκης, αλλά θεατρικά δεν βγήκε καθόλου, ούτε η αίσθηση της ήττας, ούτε οι άδειες ψυχές των ανθρώπων. Ενα τραπέζι ταβέρνας, πίσω στο φουαγιέ, εκτός σκηνής, οι παρόντες είναι οι συνδαιτυμόνες, όλοι κατεβαίνουν από τη σκάλα του α ορόφου της Φρυνίχου (αυτή ήταν η μόνη δυνατή στιγμή του δεύτερου μέρους).

Συνολικά η παράσταση της «Νυχτερίδας» κινήθηκε σε περισσότερο ρεαλιστικούς δρόμους, με πολύ δουλεμένες ερμηνείες (άθλος όλων των ηθοποιών αυτό το εγχείρημα), με την Αση Δημητρολοπούλου να υπηρετεί άψογα τις επιλογές και τις οπτικές του καθενός σκηνοθέτη, είχε ρυθμό, οπωσδήποτε στο πρώτο μέρος, αλλά εκείνος ο αμήχανος επίλογος (και του Τσίρκα) στη Θεσσαλονίκη και στην ταβέρνα του Αρετσούς, έγινε ένα πολύ δύσκολο στοίχημα.

Μια αποτίμηση της θεατροποιημένης «Τριλογίας»

Εχοντας δει όλες τις παραστάσεις πιστεύω ότι ήταν ένα μεγάλο, παράτολμο και γοητευτικό εγχείρημα (και για τους δημιουργούς και τους συντελεστές και για τους θεατές). Δεν ήταν η θεατροποίηση όλων των τόμων το ίδιο επιτυχημένες. Πιστεύω ότι ήταν ευτυχής η επιλογή του Εθνικού Θεάτρου και του Θεάτρου Τέχνης να επιλέξουν αυτές τις προτάσεις, παρότι έχω την αίσθηση ότι το Εθνικό Θέατρο απείχε κάπως από την παραπάνω στήριξη του εγχειρήματος. Σαν να αποστασιοποιήθηκε κάποια στιγμή, διακριτικά. Γνωρίζω ότι στο πλαίσιο της συμπαραγωγής είχε αναλάβει κάποιες ανελαστικές ευθύνες τις οποίες τήρησε, αλλά δεν έδειξε προς τα έξω, από ένα σημείο και μετά, ότι πιστεύει και στηρίζει το εγχείρημα.

Δεν ξέρω πώς επέλεξε ο καθένας από τους τρεις σκηνοθέτες τον τόμο που θα σκηνοθετούσε, αλλά στο φινάλε της γοητευτικής για όλους διαδικασίας νομίζω ότι η προσέγγιση της «Αριάγνης», αυτής της γήινης ηρωίδας, με τις μυρωδιές του Καΐρου, και με μεγαλύτερη δόση απόλυτου ερωτισμού απ’ ό,τι οι άλλοι δύο τόμοι, θα ήθελε μια περισσότερο ρεαλιστική θεατρική αποτύπωση και ο μαγικός ρεαλισμός θα απέδιδε καλύτερα τις διαψεύσεις της «Νυχτερίδας». Ασφαλώς ο κάθε σκηνοθέτης κατέθεσε τη ματιά του και την οπτική του, και η αποτίμηση είναι από την πλευρά του θεατή. Συνολικότερα, είχε πολύ ενδιαφέρον το ότι νέοι σκηνοθέτες, με ευαισθησίες κα με γνώση, καταπιάστηκαν με ένα εμβληματικό κείμενο της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ισως και οι ίδιοι αυτολογοκρίθηκαν από το βάρος του δέους μπροστά στο κείμενο και στα όσα της ιστορίας διατυπώνονταν στις γραμμές του. Δεν παύει, όμως, να είναι μια συγκινητική πρώτη απόπειρα και τα εύσημα ανήκουν σε όλους τους συντελεστές.

ΟΛΓΑ ΣΕΛΛΑ