Θέατρο Οι δημιουργοί γράφουν

Γιάννης Σκαραγκάς: «Δεν ήθελα να συστήσω μια ηρωική γυναίκα, αλλά ένα τσουβάλι από πληγές»

«Είπε αυτά τα πράγματα; Θα έλεγε τέτοια πράγματα; Μια μεγάλη δυσκολία στη συγγραφική προσέγγιση των ιστορικών προσώπων είναι οι απορίες που ξεκινούν με το πέρας της έρευνας. Τι γίνεται όταν ολοκληρωθεί η ερμηνεία των γεγονότων και των πληροφοριών, αλλά δεν μπορείς να εντοπίσεις, για παράδειγμα, την ανθρώπινη διάσταση», αναρωτιέται ο συγγραφέας Γιάννης Σκαραγκάς με αφορμή την «Κυρά της Ρω», παράσταση που βασισμένη σε δική του σύνθεση, ανεβαίνει στο Θέατρο Σφενδόνη με την Φωτεινή Μπαξεβάνη στην ερμηνεία και την Κατερίνα Μπερδέκα στην σκηνοθεσία.

«Τι γίνεται όταν έχεις να κάνεις με μια ηρωική φυσιογνωμία που υπήρξε, όπως όλοι μας, το άθροισμα των συναισθημάτων της παρά το άγαλμα μιας ακλόνητης ηθικής αντίσταση;

Η περίπτωση της Δέσποινας Αχλαδιώτη είναι η περίπτωση όπου ακόμα και η πιο ενδελεχής έρευνα δεν μας συνδέει απαραίτητα με τον ανθρώπινο χαρακτήρα. Είναι η γυναίκα που επιλέγει να ζήσει με τον άντρα της και την μητέρα της σε ένα ερημικό νησί, το οποίο δεν εγκαταλείπει ποτέ, ούτε στη διάρκεια του πολέμου. Το μόνο που κάνει συστηματικά με προσωπικό αίσθημα χρέους, είναι να ανεβοκατεβάζει τη σημαία μέχρι το θάνατό της.

Το ιδιότυπο αυτό καθεστώς απομόνωσης δεν την προστατεύει ούτε από τα δεινά των πολέμων και των εχθροπραξιών, ούτε βέβαια και από την ανθρώπινη αγωνία απέναντι στη φθορά. Αντιθέτως την τοποθετεί σε μία θέση επαγρύπνησης. Το να απουσιάζεις από τον κόσμο των πολλών, σημαίνει πολλές φορές ότι αντικρίζεις το ευάλωτο κομμάτι του με μεγαλύτερη διαύγεια. Η απόστασή σου από τη ζωή τους μπορεί να σημαίνει μια μεγαλύτερη προσπάθεια να δώσεις νόημα σε αυτό που οι άλλοι θεωρούν δεδομένο.

Αυτή ακριβώς η προσπάθεια αποκατάστασης του νοήματος ήταν και η αφετηρία για να ξεκινήσει να μιλάει σε αυτή την ιστορία η Κυρά.

Το να βάζεις λόγια στο στόμα τέτοιων ανθρώπων δεν μπορεί παρά να είναι μια βαθιά ποιητική πράξη, όσο ποιητική είναι η προσπάθεια να δώσεις σημασία στα χαμένα τους χνάρια. Πρόκειται για μια διαδικασία «επινόησης» της ζωής τους με βάση τα ίχνη τους. Είναι σημαντικό να καταφέρεις να εξηγήσεις τα κίνητρα ή τα αποθέματα δύναμης και πίστης τους, αλλά είναι πολύ πιο αποκαλυπτική η αφηγηματική επινόηση• η δημιουργία δηλαδή της πιθανότητας να εξηγήσουν τον κόσμο μέσα από τα δικά τους μάτια.

Επιδιώκω να μου «μιλήσει» ένα πρόσωπο από το παρελθόν, όχι επειδή επενδύω στη μεταφυσική ή εξιδανικεύω τη δραματουργική διαδικασία, αλλά γιατί αυτό είναι η επένδυσή μας στον ανθρώπινο πολιτισμό και την ιστορία: η ανάγνωση της σιωπής, η μέτρηση του ειδικού βάρους του σωστού και του λάθους, των καλών προθέσεων και της ανθρωπιάς σε συνθήκες απελπισίας και διάλυσης. Κοιτάμε προς τα πίσω με ευαισθησία επειδή θέλουμε να κατανοήσουμε τη σειρά των πραγμάτων, αλλά επειδή επίσης επαληθεύουμε την κυρίαρχη θέση που έχει ο άνθρωπος μέσα σε αυτή τη σειρά.

Το να αναζητούμε τις κουβέντες των ανθρώπων που έφυγαν, δεν είναι μια διαδικασία αρχαιολογικής έρευνας, αλλά ενσυναίσθησης. Η ικανότητά μας να συμπεράνουμε προϋποθέτει την ικανότητά μας να συμπάσχουμε και να φανταζόμαστε. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο μπορείς να ανατρέξεις στην ανθρώπινη ιστορία, στα φωτεινά και απογοητευτικά κομμάτια της, και να καταλάβεις τον ανθρώπινο χαρακτήρα. Προσπαθώντας να βάλεις κάποιον αντιμέτωπο με την απόγνωση και το παράλογο. Να μην αρκεστείς σε αυτά που κατάφερε να αρθρώσει αλλά να θεωρήσεις δεδομένο το πλήθος των διλημμάτων και αδυναμιών που διέσχισε για να πει ή για να μην πει κάτι.

Οι μεγαλύτεροι θρύλοι και τα ηρωικότερα παραμύθια δεν γράφτηκαν από ομάδες ανθρώπων με τη φαντασίωση του εκλεκτού. Γράφτηκαν από παραμυθάδες που συναισθάνονται την μοναξιά και την αδυναμία μπροστά στον παραλογισμό της ιστορίας. Δεν ήθελα να συστήσω μια ηρωική γυναίκα, αλλά ένα τσουβάλι από πληγές. Ξέρω τι θα πει πίστη στο ασήμαντο, αλλά αυτό που δεν ξέρω, είναι πώς να ζεις και με τα δύο μια ολόκληρη ζωή—να γερνάς με την πεποίθηση ότι οι πράξεις ακόμα και του πιο ασήμαντου, απομονωμένου ανθρώπου έχουν για κάποιον σημασία.

Αυτό είναι που με συγκινεί και θεώρησα χρέος μου να αποδώσω με ακρίβεια και σε βάθος: Ήθελα να πω την ιστορία μιας ακούραστης γυναίκας που αποκαθιστά στα μάτια της το νόημα ενός διαλυμένου κόσμου. Αυτό το προσωπικό χρέος που καταλήγει να γίνεται ύμνος σε κάτι μεγαλύτερο από εκείνη. Η αδύναμη γυναίκα είναι που με συγκινεί. Όχι από συγκατάβαση, ούτε από επίκτητο θαυμασμό, αλλά από σεβασμό στον πολιτισμό. Με  κάνει και ελπίζω στο ενδεχόμενο κάποιας αλήθειας αυτού του κόσμου που δεν σε κάνει ούτε πιο ήρωα, ούτε πιο δειλό: σε κάνει πιο άνθρωπο».

Γιάννης Σκαραγκάς

*Πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας και σεναριογράφος, ο Γιάννης Σκαραγκάς έχει στο ενεργητικό τα βιβλία: Επιφάνεια (2002), Η πατρίδα της αφής (2004), Το αινιγματικό βλέμμα του αγγέλου (2008), Ο ουρανός που ονειρεύτηκες (2014) και Τρία θεατρικά (2015), και συμμετείχε στην ανθολογία Mode und Moden (Ελβετία, 2016). Έχει εργαστεί για πάνω από μία δεκαετία στον χώρο της τηλεόρασης και του κινηματογράφου. Γράφοντας στα ελληνικά αλλά και στα αγγλικά, διηγήματα και ποίησή του δημοσιεύονται την τελευταία δεκαετία από αμερικανικά έντυπα όπως: World Literature Today, Copper Νickel, American Chordata, The Charles Carter, Tower Journal, Spilled Milk, Midnight Circus, κ.ά. Είναι μέλος της Ένωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων και υπότροφος του ιδρύματος Fulbright. Έχει γράψει επτά θεατρικά έργα στην Ελλάδα και το εξωτερικό, και έχει τιμηθεί ως συγγραφέας από κορυφαία ιδρύματα στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ.