featured Θέατρο

Γιάννης Λεοντάρης: «Η ξενοφοβία είναι αποτέλεσμα της αμάθειας, της φτώχειας και των φοβικών συνδρόμων»

Ένα έργο για τον παράλογο κόσμο μας, που στηλιτεύει τη ξενοφοβία και τον ρατσισμό, η «Απειλή» της Άρτεμης Μουστακλίδου, A’ Κρατικό Βραβείο Θεατρικού έργου για νέους συγγραφείς, που παρουσιάστηκε σε σκηνοθεσία Γιάννη Λεοντάρη στο ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης, κάνει παγκόσμια πρεμιέρα στο Φεστιβάλ της Αβινιόν, ενταγμένο στο πρόγραμμα AVIGNON OFF από τις 6 έως τις 29 Ιουλίου. Με αυτήν την αφορμή ο γνωστός σκηνοθέτης και πανεπιστημιακός δάσκαλος, μιλά στο artplay.gr

-Πώς καταφέρνει μια κωμωδία να μιλήσει αλλά και να μεγιστοποιήσει ένα θέμα όπως το προσφυγικό αλλά και ο φασισμός που υποβόσκει.

«Είναι ένα έργο «παγίδα» για τον θεατή και ακριβώς γι’αυτό είναι ένα έργο σημαντικό. Ενώ όλα ξεκινούν σαν κωμωδία, προοδευτικά γίνονται όλο και πιο επικίνδυνα. Ένα ζευγάρι λούμπεν μικροαστών ζει σ’ ένα ασφυκτικό διαμέρισμα βλέποντας ασταμάτητα τηλεόραση και κρυφακούγοντας τους γείτονες. Η απειλή είναι οι ήχοι των άλλων, ειδικά όσων δεν μιλούν ελληνικά, και το ζευγάρι μετατρέπεται σε γελοίους και θλιβερούς υπερασπιστές ενός ανύπαρκτου οχυρού. Φαινομενικά, όσα συμβαίνουν σ’ αυτό το ζευγάρι, δεν απειλούν εμάς, δεν απειλούν τον θεατή. Ωστόσο, κάθε έργο, κάθε  παράσταση είναι σαν ένα μήνυμα σε κλειστό μπουκάλι ριγμένο στη θάλασσα. Εμπεριέχει δηλαδή ένα «μυστικό» το οποίο καλείται ο θεατής να αξιοποιήσει με όποιο τρόπο νομίζει. Στην «Απειλή», το κωμικό εναλλάσσεται με την υπερβολή του ωμού ρεαλισμού και το γκροτέσκο, κοιτάζοντας με το μικροσκόπιο τον φασισμό που μπορεί να κρύβεται μέσα στην ακραία συνθήκη του λούμπεν μικροαστισμού.  Από την άλλη πλευρά, δεν πρέπει να μας διαφύγει η παράδοξη διαπίστωση ότι οι διασημότεροι φασίστες της διεθνούς και εγχώριας σκηνής, υπήρξαν συνήθως γελοία πρόσωπα, θλιβερές καρικατούρες».

-Πώς μπορεί να κρύβεται μέσα σε ένα ζευγάρι παντόφλες ή σε ένα πακέτο γαριδάκια ο φασισμός και πως αυτό εικονοποιείται σε μια θεατρική γλώσσα.

«Ξενοφοβία και φασισμός πάνε μαζί. Φτώχεια και φασισμός επίσης. Οι « φωλιές » τους όμως ευδοκιμούν στα πιο απροσδόκητα μέρη. Σε ένα άδειο ψυγείο. Σε ένα πακέτο γαριδάκια. Σε μία τηλεόραση που ξεχάστηκε ανοιχτή. Στο τίποτα των διαλόγων μέσα στα μικροαστικά «φρούρια». Σε έναν συζυγικό βιασμό. Στην υποψία. Στο ασήμαντο που φαίνεται τεράστιο. Στη γελοιότητα που οπλοφορεί. Η ξενοφοβία είναι αποτέλεσμα της αμάθειας, της φτώχειας και των φοβικών συνδρόμων. Η οικονομική κρίση παράγει και τις τρεις αυτές συνθήκες. Σε ένα κείμενό του ο Ουμπέρτο Έκο προσπαθεί να ορίσει αυτό που αποκαλεί «πρωτοφασισμο» αναφέροντας: «Στην εποχή μας, που οι παλιοί «προλετάριοι» είναι πλέον μικροαστοί (και τα λούμπεν στοιχεία είναι κατά κανόνα αποκλεισμένα από την πολιτική σκηνή), ο φασισμός του αύριο θα βρει το ακροατήριό του σ’ αυτή τη νέα πλειοψηφία. (…) Στους ανθρώπους που νιώθουν πως δεν έχουν πλέον ξεκάθαρη κοινωνική ταυτότητα, ο πρωτοφασισμός λέει πως το μοναδικό τους προνόμιο είναι το πιο κοινό, ότι έχουν γεννηθεί στην ίδια χώρα. Αυτή είναι και η απαρχή του εθνικισμού. Άλλωστε, το μοναδικό πράγμα που μπορεί να δώσει ταυτότητα στο έθνος είναι οι εχθροί του.» Η παράστασή μας διερευνά την απόσταση ανάμεσα στο γελοίο και το επικίνδυνο, στο κωμικό και το «φονικό» μέσα από την ακραία φόρμα της κίνησης και του λόγου. Αυτή η φόρμα δεν είναι θεατρική επινόηση αλλά αναφορά στην ακραία «αληθινή ζωή» όλων των ξενόφοβων της διπλανής πόρτας. Άλλωστε στο τέλος της παράστασης, το όπλο στρέφεται εναντίον των θεατών. Περιμένουμε με μεγάλο ενδιαφέρον την αντίδραση των εκτός Ελλάδος θεατών σε αυτή την «‘άβολη» συνθήκη που προτείνουμε, ιδιαίτερα σήμερα που το προσφυγικό απασχολεί όλες τις ευρωπαϊκές χώρες».

-Πώς μετατρέψατε την οδύνη των σωμάτων που φέρουν τα σωσίβια των ναυαγών σε τοίχους ενός διαμερίσματος που μπορεί ακόμη και να καταπλακώσει τους ενοίκους του. Ποια υπήρξε επί της ουσίας η διαδρομή της έμπνευσης της σκηνοθεσίας σας.

«Το πιο απροσδόκητο και συγκινητικό στοιχείο της παράστασής είναι η σκηνογραφία της: ο Δήμος Μυτιλήνης παραχώρησε ειδικά για τις ανάγκες της «Απειλής» εκατόν ογδόντα σωσίβια που έφεραν μαζί τους πρόσφυγες από τη Συρία οι οποίοι τους τελευταίους μήνες πέρασαν τη θάλασσα για να σωθούν. Τα σωσίβια αυτά, ένα τεκμήριο της οδύνης του εξόριστου σώματος του «ξένου», μετατρέπονται σε όρια του διαμερίσματος του ζευγαριού, καθιστώντας τους στο τέλος της παράστασης σε ναυαγούς. Τα σωσίβια γίνονται μεταφορικά και κυριολεκτικά ο «τάφος» της ξενοφοβικής παράνοιας.   Αυτό νομίζω είναι το πιο καθαρό μήνυμα της παράστασης και αυτό που συγκίνησε εκείνους που την ενέταξαν στο πρόγραμμα του φεστιβάλ AVIGNON OFF. Η συμμετοχή μας σ’ αυτόν τον εξαιρετικά σημαντικό θεσμό έρχεται δέκα ακριβώς χρόνια μετά το πρώτο μας ταξίδι στην Αβινιόν το 2008 με τον Θίασο Κανιγκούντα και την «Ηλέκτρα» του Χόφμανσταλ. Χωρίς τη στήριξη του ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης η οποία ξεκίνησε από την Ελένη Δημοπούλου και επιβεβαιώθηκε από τον νέο καλλιτεχνικό διευθυντή Λευτέρη Γιοβανίδη, αυτό το ταξίδι δεν θα ήταν εφικτό».

Σκηνοθεσια–ηχητικός σχεδιασμός: Γιάννης Λεοντάρης, Σκηνικά-κοστούμια: Άση Δημητρουλοπούλου, Παίζουν: Αιμιλία Βάλβη, Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Μάνια Ζούση