Θέατρο

Φώτης Μακρής: «Μέσα από το θέατρο ερευνώ τη λειτουργία της δημοκρατίας»

Για τα δέκα χρόνια λειτουργίας του θεάτρου Studio Μαυρομιχάλη,  ο « Νέος Λόγος»  και ο σκηνοθέτης και ηθοποιός Φώτης Μακρής ανεβάζουν φέτος τον « Εχθρό του Λαού» του Ίψεν. Με αφορμή τη δεκάχρονη διαδρομή, ο Φώτης Μακρής και η Στέλλα Κρούσκα μιλούν στο artplay.gr και τη Μαρώ Τριανταφύλλου για το θέατρό τους και το νέο τους έργο, που όπως εξηγεί ο σκηνοθέτης το επέλεξε για να ερευνήσει προβληματισμούς του για τη λειτουργία της δημοκρατίας.

-Το Studio Μαυρομιχάλη γιορτάζει φέτος τα δέκα του χρόνια. Βέβαια η ομάδα του «Νέου Λόγου» έχει πολύ μακρύτερη πορεία στα θεατρικά πράγματα. Τι θυμάστε από κείνη την περίοδο που ανοίγατε το θέατρο;

«Ανοίξαμε το StudioΜαυρομιχάλη το 2008 αλλά, πράγματι, ο «Νέος Λόγος» δημιουργήθηκε το 1995,παίξαμε το πρώτο μας έργο την άνοιξη του 1997, ένα άπαιχτο σπονδυλωτό του Φασμπίντερ, το «Preparadise Sorry Now». Έτυχε μάλιστα και το θέατρο στο οποίο τα ανεβάσαμε να βρίσκεται εδώ, στην οδό Μαυρομιχάλη, ο περίφημος Τεχνοχώρος Υπό Σκιάν του Κακλέα».

-Μολονότι τη δεκαετία του ’90 το θεατρικό τοπίο είναι διαφορετικό, δεν έχουμε την πληθώρα των ομάδων που βλέπουμε σήμερα, τι σας κάνει να ιδρύσετε μια ακόμη θεατρική ομάδα, ενώ τόσο εσείς όσο και οι συνεργάτες σας έχετε ήδη μια καλλιτεχνική πορεία πίσω σας;

«Νομίζω πως όλες οι ομάδες δημιουργούνται για τους ίδιους πάνω κάτω λόγους: καλλιτέχνες που θέλουν να πουν τα δικά τους πράγματα. Πρέπει να σας πω ότι εμένα με ενδιέφερε από την αρχή η σκηνοθεσία, ωστόσο, όταν φοιτούσα στο τρίτο έτος της σχολής του Θεάτρου Τέχνης,  έπαιξα ένα σπουδαίο ρόλο και κατάλαβα ότι με ενδιέφερε εξίσου και η υποκριτική.  Γενικά δεν είμαι εύκολος άνθρωπος στις κοινωνικές επαφές μου κι αυτό με οδήγησε να καταλάβω γρήγορα πως έπρεπε να δουλέψω σε μια ομάδα ανθρώπων που να υπάρχει εμπιστοσύνη και να κατανοεί ο ένας τον άλλον. Μόνο έτσι μπορώ να νιώσω ελεύθερος και δημιουργικός. Έτσι προέκυψε ο «Νέος Λόγος», με κάποια παιδιά που γνωριζόμασταν, δουλεύαμε μαζί, τη Στέλλα Κρούσκα, τον Ιάκωβο Δρόσο, το Μελέτη Γεωργιάδη και άλλους, όλοι πρόσωπα κοντινά με τους οποίους μπορούσαμε να δοκιμάσουμε να κάνουμε τις δικές μας δουλειές. Η ομάδα μας πήγε καλά –μάλιστα στα τρία χρόνια επιχορηγηθήκαμε,  κάτι που είδαμε σαν επιβράβευση: κάποιοι μας είδαν, τους αρέσαμε και θεώρησαν ότι αξίζουμε την επιχορήγηση».

-Φαντάζομαι ότι το StudioΜαυρομιχάλη είναι η φυσική συνέχεια.

«Ο χώρος είναι αναγκαίος. Ξέρετε στα πρώτα χρόνια είναι δύσκολο να βρεις τους συνεργάτες σου, είσαι νέος στο χώρο, όχι ακόμη αναγνωρίσιμος. Βέβαια  σ’αυτές τις φάσεις λειτουργεί  το εθελοντικό. Ένας γνωστός σκηνογράφος για παράδειγμα έρχεται να δουλέψει μαζί σου και μάλιστα δωρεάν, γιατί σε πιστεύει και θέλει να  βοηθήσει την προσπάθεια της ομάδας. Γρήγορα όμως καταλαβαίνεις ότι η αποσπασματικότητα κουράζει και εμποδίζει τη δουλειά σου. Ξεκινάγαμε μια δουλειά και έπρεπε σε ένα μήνα να την κατεβάσουμε, γιατί δεν είχαμε για περισσότερο χρόνο το θέατρο που νοικιάζαμε. Έπειτα χρειαζόταν να εξοικονομώ χρήματα από άλλες δουλειές, έχω κάνει τηλεόραση, για παράδειγμα.  Δεν το αντέχαμε, λοιπόν. Έτσι, παρόλο που το να έχεις δικό σου θέατρο προϋποθέτει  μεγάλο όγκο δουλειάς και ευθυνών, δημιουργήσαμε το στούντιο. Μπορούμε να δουλεύουμε στους χρόνους που θέλουμε και να κρατάμε τις παραστάσεις όσο θεωρούμε ότι πρέπει.

Βέβαια ξεκινήσαμε την εποχή που ξεκίναγε η κρίση, σε δύσκολες συνθήκες. Αλλά αυτό μας κάνει περήφανους. Αντέξαμε δέκα δύσκολα χρόνια, σε μια δύσκολη συνοικία, τα Εξάρχεια,  Το StudioΜαυρομιχάλη είναι αναγνωρίσιμο ανάμεσα στα θεατρικά στέκια της Αθήνας. Με συγκινεί όταν τηλεφωνεί κόσμος που δεν ξέρει τι παίζουμε αλλά μας έχει τόση εμπιστοσύνη που απλώς ρωτά «τι παίζετε σήμερα;» και κλείνει θέσεις».

o  θέατρο φιλοξενεί και άλλες ομάδες, παραστάσεις που δεν είναι παραγωγές του Νέου Λόγου.

«Φυσικά, γιατί τέτοιες συνεργασίες, εκτός από την αναγκαία οικονομική ανάσα, βοηθούν να γίνει ο χώρος μας γνωστός σε ένα ευρύτερο κύκλο. Κάθε ομάδα φέρνει το κοινό της, που μαθαίνει επίσης τις δικές μας δουλειές αλλά και τις άλλες ομάδες που φιλοξενεί το στούντιο. Υπάρχει βέβαια ένα ζήτημα με τις  μέρες, αλλά αυτά λύνονται. Το σημαντικό, όμως, είναι ότι ακούγονται κι άλλες φωνές και αυτή η ανταλλαγή κάνει καλό σε όλους».

-Έχει τύχει ποτέ να βρείτε συνεργάτες από αυτές τις ομάδες;

«Ναι… κοιτάξτε, βλέπουμε, ας πούμε, ένα ωραίο σκηνικό, θα ρωτήσω για τον σκηνογράφο και πιθανώς να τον χρησιμοποιήσω σε μια επόμενη δική μας δουλειά. Μου συμβαίνει συχνά με ηθοποιούς.  Όταν ψάχνω ηθοποιούς για μια παράσταση, πρώτα σκέφτομαι συναδέλφους που πέρασαν από το στούντιο».

-Παρότι πάντα οι επιλογές σας είχαν μια πολιτική χροιά, τα τελευταία χρόνια το πολιτικό στοιχείο είναι ιδιαίτερα έντονο, διακρίνεται μια ξεκάθαρη, θα λέγαμε πολιτική θέση. Τι ψάχνετε μέσα από τα έργα που ανεβάζετε;

«Η πολιτική μας αφορά όλους,  ορίζει την επιβίωσή μας, τη ζωή μας. Παλιότερα είχε κανείς την πολυτέλεια να ανεβάσει και ένα όμορφο έργο στο οποίο ένας να αγαπάει μία. Σήμερα ο άντρας του ζευγαριού θα είναι άνεργος και η κοπέλα θα ψάχνει να αφήσει κάπου το παιδί της για να δουλέψει.  Δεν μπορείς να μην λάβεις υπόψη σου τα προβλήματα της κοινωνίας,  που δεν αφορούν μόνο την Ελλάδα, δεν μπορεί να μην αποτυπώνονται όλ’αυτά στο θέατρο. Όταν αρχίζω να σκέφτομαι την επόμενη παραγωγή γυρίζουν στο μυαλό μου όλα, τι περνάμε στο κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό επίπεδο. Δεν μπορώ να κάνω ένα έργο που να μην αγγίζει τέτοια θέματα. Νιώθω ότι κοροϊδεύω τον εαυτό μου και τους άλλους».

-Παρ’όλ’ αυτά νομίζω ότι η αναζήτησή σας είναι πιο συγκεκριμένη. Υπάρχει ένα υπόγειο νήμα που συνδέει τη «Χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ», το «Κιβώτιο» και φέτος τον Ἑχθρό του Λαού», ιδίως μάλιστα τα δύο τελευταία. Δεν είναι τυχαίο που διαλέξατε ως μότο της παράστασης το δίκιο των φωτισμένων μειοψηφιών.

«Το ‘χω πει κι άλλοτε πως έχω μια απέχθεια προς τις εκλογές.  Είχα να ψηφίσω τριάντα  χρόνια, ψήφισα πριν από τρία χρόνια και δεν πρόκειται να ξαναψηφίσω. Είναι φανερό ότι με απασχολεί το θέμα της Αριστεράς, έτσι όπως μπαίνει στο «Κιβὠτιο». Ναι, θα το πω απλά, πιστεύω άλλωστε πως όλοι το ‘χουμε σκεφτεί, υπάρχουν άνθρωποι που δεν τους θεωρώ ώριμους, ικανούς να ψηφίσουν. Φυσικά αυτό μπορεί να το πει ο καθένας για τον καθένα. Ο Ίψεν το λέει επίσης και είναι αυτό που με άγγιξε βαθιά στον «Εχθρό του Λαού». Στο πλειοψηφικό σύστημα δεχόμαστε να μας κυβερνούν  άνθρωποι που πολλές φορές δεν εκτιμούμε, δεν αποδεχόμαστε. Δεν έχω λύση, ενδεχομένως μάλιστα ένα τέτοιο νήμα σκέψης να γίνει επικίνδυνο, να οδηγήσει κάποιους που θα δεχτούν απρόσεκτα και άκριτα αυτό που λέει ο γιατρός Στόκμαν, ο ήρωας του Ίψεν στον «Εχθρό του Λαού», ότι το δίκιο το έχουν οι σκεπτόμενες μειοψηφίες, να φτάσουν σε ακραίες ιδεολογίες».

-Ο Στόκμαν είναι φορέας τέτοιων ιδεολογιών;

«Όχι, καθόλου. Αλλά ο δρόμος που ακολουθεί είναι επικίνδυνος. Για να γυρίσω στο προηγούμενο ερώτημα, με απασχολεί αυτό που απασχολεί όλο τον κόσμο γύρω μας: πώς μπορεί να λειτουργήσει η δημοκρατία, να βρούμε ένα σύστημα διακυβέρνησης δίκαιο. Γιατί η δημοκρατία που υποτίθεται ότι έχουμε, το κοινοβουλευτικό σύστημα, το αντιπροσωπευτικό δεν λειτουργεί. Μέσα από το θέατρο ερευνώ αυτό το ζήτημα. Δεν  προτείνω λύσεις. Μου κάνει εντύπωση όταν,  μετά την παράσταση,  συζητώντας  με θεατές,  μου λένε πως  προβληματίζονται επειδή ο Ίψεν λέει πράγματα που έχουν σκεφτεί και οι ίδιοι».

-Γιατί στραφήκατε όμως σε ένα κλασικό κείμενο και δεν αναζητήσατε ένα νεότερο  με παρόμοιους προβληματισμούς; Κάνω την ερώτηση έχοντας μια δική μου διαπίστωση κατά νου, πως υπάρχει μια στροφή στο κλασικό κείμενο.

«Από τα κείμενα που ήξερα, κανένα δεν ήταν πρόσφορο για τους δικούς μου προβληματισμούς. Ενδεχομένως να υπάρχουν αξιόλογα σύγχρονα έργα, αλλά εγώ δεν τα είχα υπόψη μου. Βλέπετε έτσι δουλεύω: όταν θέλω να μιλήσω για ένα θέμα, ψάχνω ένα κείμενο το οποίο θα γίνει το όχημα των προβληματισμών μου. Τώρα με έκαιγε το θέμα των εκλογών, ότι δεν προσφέρουν τίποτε. Το κείμενο του Ίψεν είχε όλα όσα με ενδιέφεραν. Δεν είναι τυχαία πάντως η στροφή προς τους κλασικούς. Σε ό,τι αφορά τον «Εχθρό του Λαού», ήταν για καιρό στην αφάνεια κι όταν ανέβαινε τονιζόταν το ηρωικό στοιχείο του Στόκμαν. Απ’το ’13 όμως υπάρχει ένα ξέσπασμα ανεβασμάτων αλλά οι σκηνοθέτες αναζητούν πια άλλα στοιχεία. Ο ίδιος ο Ίψεν το θεωρούσε ως το έργο του που εξέφραζε καλύτερα τις πολιτικές του θέσεις, οι οποίες σε κάποια σημεία θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως και αναρχίζουσες. Δεν είναι τυχαίο που η παράσταση του Όστερμάγερ,  όταν πήγε στην Κίνα, στην τέταρτη πράξη, όταν ο Στόκμαν αγορεύει κατά της πλειοψηφίας, ο Όστερμάγερ τον θέλει κατά του καπιταλισμού, οι κινέζοι θεατές σηκώθηκαν κι άρχισαν να φωνάζουν συνθήματα κατά του καθεστώτος, με αποτέλεσμα η κυβέρνηση να απαγορέψει την παράσταση και ο θίασος να φύγει από τη χώρα.

Όσο για την στροφή που είπατε, νομίζω πως κάπου βρήκαμε τοίχο με τις  αποδομήσεις και τις αναίτιες πρωτοτυπίες. Ξαναβάζουμε το κείμενο πάνω στη σκηνή, επανερχόμαστε στα κλασικά έργα χωρίς τις υπερβολές της αποδόμησης. Και στη δική μας παράσταση υπάρχουν κάποια ξενίσματα: ο δήμαρχος είναι γυναίκα, χρησιμοποιεί πατίνι, αλλά έχω σεβαστεί το έργο, η όποια παρέμβαση έγινε αιτιολογημένα και με περίσκεψη. Αυτοί οι συγγραφείς είναι τεράστιοι, στο έργο τους έκλεισαν την εποχή τους αλλά μπορούν εξίσου καλά να μιλήσουν και για τη δική μας εποχή»

– Μοιάζει να θέλετε να μεταφέρετε τον « Εχθρό»  στη δεκαετία του ’70, ίσως θέλοντας να δείξετε την εποχή που δημιουργούνται  οι ρίζες της κρίσης. Τότε που οι λουτροπόλεις άρχισαν να ανθίζουν…

«Δεν ήθελα να αφήσω το έργο στα 1882, έτος της συγγραφής του, αλλά να το μεταφέρω στη σύγχρονη εποχή  όχι όμως στο 2019. Είχα κατά νου μια εποχή κοντά στη μεταπολίτευση».

-Η εισαγωγή θυμίζει ελληνική ταινία…

«Ναι, ήθελα κάτι τραβηγμένο, κιτς…»

Κυρία Κρούσκα, είστε η δήμαρχος αδερφή του ήρωα. Πρόκειται για μια πρωτότυπη ιδέα της σκηνοθεσίας του Φώτη Μακρή να μετατρέψει τον άντρα δήμαρχο σε γυναίκα. Τι διάσταση δίνει αυτή η επιλογή στο έργο; Ποια είναι τα βασικά χαρακτηριστικά του προσώπου που ερμηνεύετε; Υπάρχουν σύγχρονες αντιστοιχίες;

«Η ιδέα να γίνει ο άντρας δήμαρχος  γυναίκα ήταν του Φώτη. Ήταν κάτι που, ανάμεσα σε άλλα, βοηθούσε στην τοποθέτηση του έργου πιο κοντά στην εποχή μας και βέβαια δημιουργεί και πολλές σκέψεις γύρω από την γυναίκα στην εξουσία. Δεν θα έλεγα αισιόδοξες γιατί τελικά η ιστορία έχει αποδείξει ότι η εξουσία διαβρώνει ή μπορεί να διαβρώσει τους πάντες ανεξαρτήτως φύλου. Έχουμε δει τα τελευταία χρόνια πολύ σκληρές γυναίκες πολιτικούς. Ένα πολύ σημαντικό στοιχείο για μένα σ΄αυτόν το ρόλο , είναι ότι αυτή η γυναίκα,  που εύκολα τοποθετείσαι εναντίον της, αντιπροσωπεύει  όχι μόνο τούς πλούσιους κεφαλαιούχους αλλά και το μεγαλύτερο μέρος του λαού, αφού κανείς δε θέλει τελικά να στερηθεί τα όσα προσφέρει η τρέχουσα ευημερία με όποιο κόστος κι αν έχει αποκτηθεί».

-Γιατί αλλάξατε το τέλος του έργου, κύριε Μακρή; Γιατί το αφήνετε ανοικτό, ενώ ο Ίψεν έχει σαφή άποψη για τη μοίρα του ήρωά του;

«Θέλετε να πείτε γιατί δεν αφήσαμε το έργο να τελειώνει ηρωικά. Γιατί ο Στόκμαν δεν είναι πράγματι ήρωας, αντιθέτως είναι μέρος του προβλήματος και όχι της λύσης του. Είναι ενδιαφέρον να παρακολουθεί κανείς τις αντιδράσεις του κοινού, πώς διχάζονται οι απόψεις, την επιχειρηματολογία για το  αν θα μείνει πιστό στις απόψεις του ή θα συνθηκολογήσει. Δεν πιστεύω στους ήρωες, όπως είπε κι ο Μπρεχτ «αλίμονο στην κοινωνία που έχει ανάγκη από ήρωες» . Καταλαβαίνω βεβαίως ότι κάποιοι μπορεί να έχουν αντίρρηση και να θεωρούν ότι πρόδωσα το έργο αλλά εμένα μου φαίνεται ότι μόνο έτσι μπορώ να το διαβάσω, είναι η δική μου ανάγνωση».

-Πόσο χρόνο ετοιμάζατε την παράσταση;

«Η διασκευή του κειμένου άρχισε το 2017, οι πρόβες τον επόμενο χρόνο, κάναμε εννιά μήνες προετοιμασία, δεν μπορώ να διανοηθώ μικρότερη διάρκεια».

-Την ίδια περίοδο των προετοιμασιών, κυρία Κρούσκα,  είδαμε κι εσάς ως σκηνοθέτρια με μια πολύ καλή δουλειά, το Νορντόστ. Μιλήστε μας λίγο γι’αυτή σας την εμπειρία. Τι σας έκανε να δοκιμαστείτε στη σκηνοθεσία; θα το επαναλάβετε;

«Νομίζω ότι η σκηνοθεσία προέκυψε από συγκεκριμένες  συγκυρίες. Είχα τον  χρόνο που χρειαζόμουνα, μ΄ενδιέφερε πολύ το κείμενο, το  Νορντοστ, και κατάφερα να δημιουργήσω μια πολύ ωραία ομάδα ηθοποιών. Στην παράσταση συμμετείχαν εννέα γυναίκες αντί για τρεις που υπήρχαν αρχικά στο έργο και αυτή η ιδέα της ομαδικότητας ήταν ένας ακόμα σημαντικός παράγοντας, καθώς η υποκριτική και η κίνηση των ηθοποιών μ΄ενδιαφέρουν πολύ στο θέατρο. Η δυσκολία βέβαια είναι , όταν είσαι ηθοποιός, να αφήνεις στους άλλους το περιθώριο να δημιουργήσουν το ρόλο τους με το δικό τους τρόπο, μέσα στα πλαίσια της σκηνοθετικής γραμμής φυσικά. Είχα σκηνοθετήσει κι έναν μονόλογο πριν από δυο χρόνια, αλλά αυτό είναι αρκετά διαφορετικό. Πάντως η εμπειρία μου στη διδασκαλία σε σχολές και στο θεατρικό εργαστήρι του θεάτρου με βοήθησαν πολύ».

-Στον «Εχθρό» είδαμε να έχετε δίπλα σας παλιούς μαθητές σας. Πώς ήταν η εμπειρία;

«Είναι πολύ ωραίο να δίνεις ευκαιρίες σε νέα παιδιά –σας είπα πριν πως κι εγώ είχα μια ανάλογη εμπειρία και ήταν σημαντική για την ζωή μου. Νομίζω ότι νιώθουμε καλά όλοι μας».

Μαρώ Τριανταφύλλου

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ :

Μετάφραση : Ερρίκος Μπελιές

Δραματουργική επεξεργασία – κείμενο παράστασης : Φώτης Μακρής – Στέλλα Κρούσκα

Σκηνοθεσία : Φώτης Μακρής

Σκηνικά – κοστούμια : Μαρία Μπενάκη

Μουσική επιμέλεια : Στέλλα Κρούσκα

Φωτισμοί : Νίκος Βλασόπουλος

Παίζουν: Φώτης Μακρής, Στέλλα Κρούσκα, Κλεοπάτρα Τολόγκου, Μαριέλα Δουμπού, Γιώργος Κυριαζόπουλος, Αντώνης Χρήστου, Νίκος Αργυριάδης, Γιάννης Γαβρίλης

 

ΗΜΕΡΕΣ ΚΑΙ ΩΡΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΩΝ :

Σάββατο στις 21.00

Κυριακή στις 20:00

 

ΤΙΜΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ :

Κανονικό : 12 ευρώ

Φοιτητικό, κάτω των 25 ετών και άνω των 65 ετών: 10 ευρώ

Ατέλειες, Άνεργοι : 8 ευρώ

 

ΔΙΑΡΚΕΙΑ : 100 λεπτά (χωρίς διάλειμμα)