featured Θέατρο Οι δημιουργοί γράφουν Πες μου μια ιστορία

«Δεν θα ήθελα να διανύσω με ταχύτητα φωτός την απόσταση της μνήμης»

Θυμάμαι την πρώτη φορά που πήγα στο θέατρο. Πήγα κι άλλες πριν από αυτό, αλλά εγώ θυμάμαι την πρώτη. Νομίζω ήμουν στο γυμνάσιο. Μας πήγε η κυρία Παπαδάκη, ήταν η βιολόγος μας. Θυμάμαι ακόμη τα δόντια της, ήταν ωραία γυναίκα. Δεν πήγαμε πρωί όπως τα σχολεία πηγαίνουν, αλλά σε μια απογευματινή Σαββατοκύριακο, όσοι θέλαμε. Μαζευτήκαμε μια μικρή ομάδα, για να δούμε στην ΕΜΣ, την Επίσκεψη της γηραιάς κυρίας. Αργότερα κατάλαβα πως η παράσταση πρέπει να ήταν του Εύη Γαβρηιλίδη, με πρωταγωνίστρια την Κύπρια ηθοποιό και σύντροφό του, Τζένη Γαϊτανοπούλου και στον ρόλο του Ιλ, τον τρυφερό  δάσκαλό μας, στην δραματική του ΚΘΒΕ. Τον Δημήτρη Καρέλλη. Δεν γράφω όμως αυτά τα λόγια ούτε για να νοσταλγήσω κάποια παράσταση, ούτε και για να αποκαταστήσω την μνήμη κάποιου. Άλλωστε δεν μ’ έχουν πάρει και τα χρόνια. Θα ήθελα απλώς να αποκρυσταλλώσω την σύγκορμη ανατριχίλα που ένιωσα στην πρώτη μου επαφή με το θέαμα Θέατρο και να εντοπίσω εκείνη την στιγμή που η ψυχή μου κάμφθηκε οριστικά και παραδόθηκε. Από κει και στο εξής θα μπορούσε να ερμηνεύει και να αποδέχεται τον κόσμο μόνο με τα μέτρα του ζωντανού Θεάτρου και με τον καθρέφτη της σκηνής, το ξεμπρόστιασμα της παρουσίας. Όσα ξετυλίγονταν μπροστά στα μάτια μου, αποτελούσαν ένα συνθηματικό για να κρεμάσει το σαγόνι μου, που θα έμοιαζε καθώς χάζευα την παράσταση, με μια πύλη κάποιου μεσαιωνικού κάστρου από όπου ετοιμάζονταν να κάνουν έξοδο όλες οι κραυγές που μέχρι τότε δίσταζα να ξεφωνίσω. Όλοι έχουμε ζήσει μια εποχή που τα πράγματα μας έκαναν εντύπωση. Θυμάμαι ακόμα την αναρρίχηση της σπονδυλικής μου στήλης και την ιερή αίσθηση πως εδώ κάτι τελείται. Θυμάμαι επίσης πως αντιλαμβανόμουν πέρα από όσα συμβαίνουν στη σκηνή και όλα όσα δεν λέγονται κι αυτό με έκανε να νιώθω πως υπάρχω. Η παιδική μου όραση ενέδιδε στα επιβλητικά σκηνικά που ανεβοκατέβαιναν από τα σταγγόνια και όσο υπερβολικά κι αν ήταν, ένιωθα καθήμενος στο υπερώο του Θεάτρου, σαν τον Αλέξανδρο δίπλα στη Φανή, στην ταινία του Μπέργκμαν, παίζοντας κουκλοθέατρο, κλειδαμπαρωμένοι στο σκοτάδι. Το Γκύλλεν ξαφνικά έγινε το παιδικό μου δωμάτιο. Μου ξύπνησε τα πρώτα χρόνια της ζωής μου. Η επιστροφή της Κλαιρ Τσαχανασιάν ήταν μια συνεπής αλληγορία για την επιστροφή του καπιταλισμού στη χώρα που άνοιξα τα μάτια μου και που τόσο πολύ αγάπησε και πένθησε ο πατέρας μου. Την σοσιαλιστική Ουγγαρία. Οι ηθοποιοί που αλώνιζαν τη σκηνή ήταν πάμπολλοι, θα μπορούσα τώρα με ένα κλικ να αναζητήσω την παράσταση, αλλά δεν θα το κάνω, δεν θα ήθελα να διανύσω με ταχύτητα φωτός την απόσταση της μνήμης, που πολλές φορές δεν διαρκεί παρά μια τρυφερή βόλτα, που όμως ούτε αυτή δεν κάνουμε. Θυμάμαι την αίσθηση πάντως, σαν να έπαιζε μιαν ολόκληρη πόλη! Η φτώχεια, η επιστροφή, η προδοσία, ο έρωτας που αποπερατώθηκε μέσα από την εκδίκηση, ο Ιλ που παρακαλούσε για τη ζωή του αλλιώς από αυτό που είχα συνηθίσει να βλέπω στην tv , το σκοτάδι κι ο κλασικός πυροβολισμός, σε μία παράσταση που σήμερα είμαι σίγουρος πως δεν θα πήγαινα να την δω, επειδή ( νομίζω πως ) ξέρω … Όλα αυτά μου φανέρωσαν την συνείδηση πως το Θέατρο είναι Εμπειρία. Είχα κουραστεί κι είχα λυπηθεί μαζί με τους ήρωες. Σκεφτόμουν πως πάνω στην σκηνή οι ηθοποιοί θα μπορούσαν να λένε κι άλλα, αλλά λένε επίτηδες αυτά … Το Θέατρο λοιπόν ξαναπαίζει την ζωή μου εδώ και τώρα. Θέλει κάτι να μου πει. Θυμάμαι και την αίσθηση όταν φεύγαμε από κει. Με έκπληξη διαπίστωσα πως οι υπόλοιποι δεν πάθανε πολλά, την ώρα που εγώ ήθελα να πέσω στον Θερμαϊκό … Μα και τώρα που τα γράφω όλα αυτά το ίδιο μου έρχεται να κάνω. Πριν από μερικές μέρες πληροφορήθηκα πως η Ουγγαρία δεν έχει πια κοινοβούλιο και χτες εντελώς τυχαία, χωρίς να με ειδοποιήσει κανείς, δεν λέω καν να με ρωτήσει γιατί θα περαστεί μάλλον για έπαρση, έμαθα πως θα προβάλλουν διαδικτυακά την Επίσκεψη της γηραιάς κυρίας, την παράσταση της οδού Κεφαλληνίας που πριν δέκα χρόνια συμμετείχα κι εγώ, ως τυφλός κι ευνουχισμένος Λόμπυ. Τι όμορφη που είναι η ζωή! Πώς τα φέρνει και πώς τα μαγειρεύει! Πόσο τυφλά κι ευνουχισμένα είναι πράγματι όλα τα λόμπι. Και σκέφτηκα κατευθείαν εκείνο το παιδί του γυμνασίου. Θα ένιωθε άραγε το ίδιο αν έβλεπε αυτή την παράσταση από τον υπολογιστή; Θα απαντήσει κάποιος βιαστικά, «αν έχει κάτι μέσα του κάτι θα νιώσει». Μα κουράστηκα να βιάζομαι. Χρειάζομαι έναν χρόνο εκτίμησης περισσότερο από ποτέ. Με ένα κλικ Θέατρο και με ένα άλλο πορνό. Ειδήσεις και νούμερα και φέρετρα. Όλων των ειδών , όλων των διαστάσεων, «τεχνητά παραδεισένια κόλπα» , όλα θανατηφόρα. Λυπάμαι, δεν θα πάρω … Το Θέατρο είναι ζωντανό. Είναι αναστάσιμο. Είναι το διακύβευμα που με γεμίζει ελπίδα. Εμπαίζει τον θάνατο και τον εξευτελίζει. Αγκαλιάζει τους ανθρώπους ανά τους αιώνες και τους λυτρώνει, τους ανακουφίζει από τη «λέπρα» με χέρια γυμνά.

Χωρίς αυτή την ειδοποιό διαφορά είμαι ανίκανος να συμμετέχω στην δημιουργία του κόσμου.

Τέλος ήθελα να ευχαριστήσω την κυρία Παπαδάκη. Εύχομαι να είναι καλά όπου κι αν βρίσκεται. Δεν τα πήγαμε καλά στη βιολογία, αλλά με πήγε στο Θέατρο:

ΔΗΜΑΡΧΟΣ : Κλείστε τις πόρτες. Δεν επιτρέπεται πια σε κανέναν να περάσει.

ΤΡΙΤΟΣ : Κλειστή είναι.

ΤΕΤΑΡΤΟΣ : Κλειστή είναι.

ΔΗΜΑΡΧΟΣ : Σβήστε τα φώτα. Το φως του φεγγαριού μπαίνει μέσα απ’ το παράθυρο του εξώστη. Είναι αρκετό.

 

Ηλίας Κουνέλας

07 Απριλίου 2020 / Αθήνα 

Επιμέλεια: Μάνια Ζούση