Μουσική Οι δημιουργοί γράφουν

Τσιμάρας Τζανάτος: «Όταν τραγουδούσα γινόμουν δυο άνθρωποι»

«Οι «προσευχές της Θάλασσας» έχουν ως αφετηρία τους τον Πειραιά και τον χώρο της Ιχθυόσκαλας Κερατσινίου, που για πρώτη φορά φέτος με πρωτοβουλία του Δημοτικού θεάτρου Πειραιά και του Νίκου Διαμαντή, στο πλαίσιο «Άνοιγμα στην πόλη», λειτουργεί ως πολιτιστική αποβάθρα», δηλώνει στο artplay.gr ο Τσιμάρας Τζανάτος με αφορμή τη συμμετοχή του στην performance, που παρουσιάζεται το Σάββατο 7 Ιουλίου, στις 9.30 με το Πειραϊκό Φωνητικό Σύνολο Libro Coro, την οποία χαρακτηρίζει «αγαπητική και υποστηρικτική και αφορά στη σχέση μου με το Πειραϊκό φωνητικό σύνολο Libro Coro και την  Ανθή Γουρουντή, ψυχή της χορωδίας αυτής, που πέρυσι συναντηθήκαμε στον «Κώστα Νούρο» και όλοι μαζί καταφέραμε εκ του μηδενός μια υπέρβαση. Με απρόβλεπτη δυναμική και απήχηση. Λογικά θα παρουσιαζόταν και φέτος, είχε προαναγγελθεί μάλιστα, δεν συνέβη.

Η πρόσκληση να συμπράξω, ήταν μια αφορμή να συναντηθούμε έστω για μια παράσταση, σε κάτι που δεν έχει τη δομή μιας δουλειάς σαν τον «Κώστα Νούρο», αλλά σε ένα -πιο ανοιχτό αν και συγκροτημένο και με άξονα- μουσικό ταξίδι. Με την μουσική αυτή παραμυθία όπως την ονομάζουμε, καταγράφεται μέσω των τραγουδιών η ψυχική περιήγηση του ανθρώπου, στο συλλογικό ασυνείδητο που εκπροσωπεί η Θάλασσα, από αυτή την άποψη. Με ελληνικά τραγούδια που κινούνται από το παραδοσιακό και το λαϊκό, μέχρι την όπερα, την  οπερέτα και το έντεχνο. Και κατ’ εξαίρεση τριών ξένων μουσικών κομματιών (Nino Rota, Beatles και Bizet) που μας πάνε πέρα του τοπικού. Τα ελάχιστα ποιήματα που παρεμβάλλονται, είναι της Ανθής Γουρουντή, και λειτουργούν ως υπαινικτικές σημάνσεις, εισάγοντας τον ποιητικό λόγο λιτά και αντιπαραθετικά, ως «γυμνή»  προφορικότητα. Έτσι ζητήσαμε και τη φιλική συνδρομή του ηθοποιού Λευτέρη Παπακώστα που συμμετείχε στον «Νούρο», που μαζί με την Μικαέλα Δανά, αναλαμβάνουν την απαγγελία των κειμένων. Ο Λευτέρης ανέλαβε και την σκηνοθετική επιμέλεια για να έχουμε ένα πιο δημιουργικό αποτέλεσμα, αλλά και μια αλληλοεπίβλεψη, ένα «άλλο μάτι» που χωρίς αυτά, και είναι μια ξεκάθαρη άποψη μου πια, δεν προκύπτει ουσιαστική συνεργασία που να σε πηγαίνει παρακάτω. Εξ ου και επέλεξα ως σωστότερο να κρατήσω μόνο δυο σύντομα αποσπάσματα κειμένων, μένοντας στα δυο- τρία εμβληματικά τραγούδια που μου ζητήθηκαν αρχικά και έχουν μια άλλη καλλιτεχνική δυναμική και ένα ρίσκο που με έλκει.

Θεωρώ το τραγούδι, ύψιστη μορφή Τέχνης, πέρα από την αγάπη που του έχω και την ενασχόλησή μου με αυτό. Με βαθιά θεατρική καταγωγή, που η καθημερινή επαφή μας μαζί του, μας κάνει να την παραβλέπουμε. Το τραγούδι είναι αρχαιότερο του θεάτρου και το λέω προερχόμενος από το Θέατρο. Δεν διαφέρει σε τίποτα από τους κομμούς λόγου χάριν της αρχαίας τραγωδίας, ακόμα και στην πιο ευτελή του μορφή.

Τα τραγούδια είναι η συμπυκνωμένη καταγραφή του αόρατου ψυχισμού του ανθρώπου. Ανά δύο, ανά τρείς, κάποτε και ανά χιλιάδες. Τότε τα λέμε «λαϊκά». Όχι με την επιφανειακή έννοια, την τρέχουσα, αλλά με την έννοια της «χορικότητας» όπως στην αρχαία τραγωδία, θα το επαναλάβω. Μιας ομάδας δηλαδή ανθρώπων που συνυπάρχουν σε ενιαίο λόγο. Με «κορυφαίους», που αναλαμβάνουν την ευθύνη της φωνής και βγαίνουν μπροστά στο κοίλον. Η σε πρώτο πρόσωπο, κατά μόνας αλλά όχι μοναχική, κατάθεση που φέρει το τραγούδι, περιέχει τον άλλον. Ειπωνόταν πιο εύγλωττα θάλεγα, στον «Νούρο» που είχα γράψει:

«Όταν τραγουδούσα, γινόμουν δύο άνθρωποι, σαν να ξεπηδούσε ένας άλλος από μέσα μου, και μου έκανε παρέα στη μοναξιά μου, αυτός ο άλλος.

Τραγούδι, λέω, είναι να είσαι με έναν άλλον δίπλα σου- ακόμα και όταν λείπει. Γι’ αυτό όταν τραγουδάμε, δεν νιώθουμε ποτέ μόνοι. Έρχεται ο άλλος. Που του απευθύνουμε το τραγούδι. Ακούει, κι έρχεται».

Σε έναν μαγικό χώρο σαν την Ιχθυόσκαλα, οι «Προσευχές της Θάλασσας» φορτίζονται με το βιωματικό στοιχείο της καθημερινότητας μας. Έχοντας προσωπικά πίσω μου έναν δημιουργικό αλλά δύσκολο χειμώνα, ως συγγραφέας με τρία έργα –«Εκκρεμότητα», «Δεσποινίς Δυστυχία» και «Πόσα ζώα χωράει ένας άνθρωπος»- αλλά και ως ηθοποιός στη συνεργασία μου με την Ρούλα Πατεράκη στην «Επίκληση της Γοητείας» του Γ. Μαυριτσάκη , παρότι είχα αποφασίσει να πάρω απόσταση για καιρό, δεν μπορούσα παρά να δηλώσω παρών αγάπης,  σαν μια δική μου μικρή αντίσταση σε περιβάλλοντα έριδας και ανθρωποφαγικού ανταγωνισμού που μας τριγυρίζουν ασφυκτικά.

Το να τραγουδάς «Θα μείνω πάντα ιδανικός και ανάξιος εραστής…» σε αναγκάζει να πας στα απαραίτητα και στα βασικά.

Μηδενίζοντας αντιλαμβανόμαστε τα πραγματικά μεγέθη. Και το τυχαίο. Που είμαστε.

Όπως το λέει με ακρίβεια ποιητική, δια χειρός Ανθής Γουρουντή, και το απόσπασμα που λέω στις «Προσευχές»:

 

«Ασκόπως λάμνων ο βίος

 κοιτά εσάς

δεξιά, αριστερά

κι ύστερα τ΄ άστρα…»

 

Τσιμάρας τζανάτος

Φωτογραφία : Γιάννης Πρίφτης