featured Metamanias Μουσική

Αυτός που με έκανε να αγαπήσω όσα σιχαινόμουν

Ήταν, νομίζω, τέλη Ιουνίου. Έτος 1983 –γι΄αυτό είμαι σίγουρος, βλέπεις, έδινα Πανελλαδικές εξετάσεις, δεν ξεχνιούνται τέτοια πράγματα…

Δίναμε Τετάρτη μαθηματικά και την Τρίτη έπαιζαν οι Socrates στο Λυκαβηττό. Πρέπει να έπαιζαν και άλλοι μαζί τους, δεν θυμάμαι πια, όπως δεν θυμάμαι αν ήταν μετά από κάποια ακόμα αποτυχημένη προσπάθειά τους να καθιερωθούν στο εξωτερικό. Μπορεί…

Το 1983 δεν άκουγα Socrates, είχε έρθει το καινούργιο κύμα (New wave) και με είχε σηκώσει –το παλιό ροκ μού φαινόταν βαρετό και μασημένο, σαν τσίχλα Adams. Αλλά με τους Socrates είχα διαφορετική σχέση –ήταν το πρώτο συγκρότημα που είχα δει ζωντανά στο Κύτταρο (σαν τίτλος δίσκου είναι αυτό), κάτι χρόνια πριν, στα τέλη της δεκαετίας του ’70.

Είπα λοιπόν στους γέρους μου ότι πάω να διαβάσω με τον κολλητό μου το Σταύρο (άσο στα σουτ εκτός ρακέτας στο μπάσκετ, αλλά μονίμως μετεξεταστέο λόγω απουσιών στο Λύκειο) και…  Λεωφορείο, ποδαρόδρομος, ντου στους έρμους τους υπάλληλους του Δήμου που έκοβαν εισιτήρια, καρφί δίπλα στη σκηνή –κάτω από το Σπάθα, αριστερά του Τουρκογιώργη ο οποίος χοροπήδαγε ως πίθηκος, ως συνήθως.

Ακίνητος, μισοσκυμμένος  πάνω σε εκείνη την θρυλική ασπρόμαυρη Stratocaster, πάντα δεμένη ψηλά, την εποχή που οι περισσότεροι έσερναν τις κιθάρες λίγο κάτω από το γόνατο –δοσμένος στη μουσική του –βόμβα να έσκαγε δίπλα του, τη συγχορδία δεν υπήρχε περίπτωση να τη σπάσει.

Ο άνθρωπος που με έκανε να αγαπήσω όσα σιχαινόμουν –τον ήχο του κλαρίνου (που μου είχε γανώσει τα αυτιά από τη χούντα και μετά) όταν τον διύλισε μέσα από την Stratocaster του στο Mountains, το «έντεχνο» (που με αηδίαζε με την ζαχαρωμένη απελπισία του) όταν έβγαλε μαζί με το Λέκκα εκείνον τον αριστουργηματικό δίσκο, τα Σύντομα Όνειρα, σε ποίηση Ευγένιου Αρανίτση (κατά τη γνώμη μου, ο μεγαλύτερος Έλληνας ποιητής των τελευταίων 30 χρόνων).

Βραδιές blues με τους Socrates στο Κύτταρο αρχές του ‘80–μόνοι τους στην αρχή, μετά έφεραν τον Σιδηρόπουλο, τους είχε κατσικωθεί κι ο Πουλικάκος, τρεις τα ξημερώματα με ένα ποτήρι μισο-άδειο κι εγώ μαλάκας μαθητής ακόμα, «Μπράβο σας, ήσασταν πολύ καλοί», σπασμένη φωνή, κοκοράκια λόγω τρακ. Κι εκείνος με στραβό χαμόγελο κηδείας, «Καλοί ε; Ως τι; Ως συγκρότημα συνοδείας;»

Το Waiting for something (τον πρώτο δίσκο τους που αγόρασα), αντίδοτο στο «ελαφρολαϊκό» Φλου του Σιδηρόπουλου. Είχαν εκεί μέσα το Most people I know, ένα τραγούδι απλοϊκό, καθαρό, υπερβολικό, κλισεδιάρικο –«Most people I know, poison arrows in my mind/ most people I know, they can put you down in daylight», κοντά 40 χρόνια έχουν περάσει αλλά θυμάμαι ακόμα τους στίχους απέξω.

Μια ζωή στο κυνήγι της διεθνούς καριέρας με τους Socrates, να κυκλοφορούν εκείνο το Plaza, σαν διατριβή στο hard rock, και όσοι το ακούνε να ορκίζονται ότι πρόκειται για συγκρότημα βγαλμένο από τα βάθη του αμερικάνικου νότου.

Συναυλία πάλι στο Λυκαβηττό το 1999, αλλά δεν πήγα –δεν ήθελα να τους ξαναδώ, φοβόμουν. Ήμασταν όλοι μας πλέον διαφορετικοί. Άλλοι άνθρωποι.

Μια μαγική κιθάρα Stratocaster με προέκταση ανθρώπινα μέλη. Με το Θεοδωράκη, με το Μαρκόπουλο, με τους πάντες. Μια μουσική με μορφή ανθρώπου.

Εκείνη η συναυλία του 1983 ήταν η αποχαιρετιστήριά τους, πριν διαλύσουν (μια από τις πολλές φορές) απογοητευμένοι. Όταν τελείωσε, είχαμε γυρίσει με τα πόδια –πού λεφτά για ταξί; Καβαλήσαμε τα κάγκελα του Λυκείου με το Σταύρο, μας πήρε ο ύπνος στις κερκίδες –όταν ξημέρωσε παίξαμε λίγο μπασκετάκι να ζεσταθούμε, έχασα όπως πάντα. Έγραψα 12,5 στα μαθηματικά –ο Σταύρος δεν μπήκε καν στην τάξη. Δε γαμιέται…

Κάναμε αυτά που θέλαμε στη ζωή μας, ή αυτά που μπορούσαμε, γιατί δεν ξέραμε ποτέ τι θέλαμε, για να είμαστε ειλικρινείς. Κανένας δε χάθηκε –ούτε οι Socrates που ξανάπαιξαν πολλές φορές ακόμα μαζί.

Και τώρα που έφυγε ο Σπάθας (κι όσο καιρό τραβιέται με την υγεία του ο Τουρκογιώργης) δε νιώθουμε περισσότερο μόνοι. Κάπου, κάποτε θα ξαναμαζευτούν και πάλι, θα περάσουμε τη στενή πόρτα και θα μπούμε στο Κύτταρο κι ο Σπάθας θα είναι στην άκρη, αριστερά τού Τουρκογιώργη, μισοσκυμμένος  πάνω σε εκείνη την θρυλική ασπρόμαυρη Stratocaster…

Μπορεί για όλους τους άλλους να υπάρχει το Satisfaction (Wild satisfaction –σύμφωνα με τη διασκευή των Socrates), αλλά για όσους πέσαμε πάνω στην ελληνική σκηνή του ’70, δε συγκρίνεται με το Starvation. «Hey, feel the human pain/ aren’t you the same?/ Spirits have no name». Ήταν έτσι τελικά, Γιάννη;

Θανάσης Γιαννόπουλος