featured Metamanias Κινηματογράφος

Ο Μπερτολούτσης κι ο Αντονιόνης

Ο Μπερτολούτσης κι ο Αντονιόνης ήταν τα δυο παρατσούκλια που μου είχαν κολλήσει οι φίλοι μου στο νησί μου, την Ικαρία, όταν παραθερίζαμε τα καλοκαίρια μας εκεί στα τέλη της δεκαετίας του ‘80. Τότε που το κρασί ήταν πιο γλυκό και η ζωή πιο ανέμελη. Τότε που ο κινηματογράφος άφηνε άλλη γεύση στο θυμικό κι άλλες παρόμοιες κοινοτυπίες…

Το θέμα είναι ένα, ότι από τη μέρα που γνώρισα τον κινηματογράφο του Μπερτολούτσι, μέσω του θερινού κινηματογράφου ΡΕΞ και του εμβληματικού σινεφίλ ιδιοκτήτη του Αντρέα Μόρτου, άλλαξα για πάντα, έγινα ο Μπερτολούτσης, όπως άλλα παιδιά έγιναν οι Τσάκι, Μπρους, Τερενς, Μπαντ, Κλιντ…

Η πρώτη ταινία του που είδα, ο μεθυστικός «Τελευταίος Αυτοκράτορας», με ταξιδέψε στη μακρινή Κίνα, το Πεκίνο και την απαγορευμένη πόλη του, που άνοιξε τα τείχη της για πρώτη φορά σε κινηματογραφικό συνεργείο από τη Δύση, για να γυριστεί ταινία μυθοπλασίας μετά το 1949. Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων των σκηνών της στέψης, επισκέπτονταν επίσημα τη χώρα η Βασίλισσα Ελισάβετ. Δεν της δόθηκε προτεραιότητα έναντι του γυρίσματος. Σύμφωνα με τον διευθυντή φωτογραφίας της ταινίας, Vittorio Storaro, οι φάσεις της θερμοκρασίας  του φωτός χρησιμοποιήθηκαν για να δηλώσουν διαφορετικά στάδια της ζωής του αυτοκράτορα. Το κόκκινο, το χρώμα του αίματος απ’ όπου ξεκινά την αναδρομή, αντιπροσωπεύει τη γέννηση. Το πορτοκαλί είναι το ζεστό χρώμα της οικογένειάς του και η απαγορευμένη πόλη. Το κίτρινο είναι το χρώμα της ταυτότητας του αυτοκράτορα και του ήλιου. Το πράσινο, το χρώμα του ποδηλάτου και του καπέλου του δάσκαλου, αντιπροσωπεύει τη γνώση. Η απαγορευμένη πόλη είχε μόνο τα τρία πρώτα χρώματα, επειδή αντιπροσωπεύει ένα περιορισμένο τμήμα της πραγματικότητας. Δείγμα εκπληκτικής μαεστρίας, η ταινία απέσπασε εννέα Όσκαρ, ανάμεσά τους καλύτερης ταινίας, σκηνογραφίας, διεύθυνσης φωτογραφίας και φυσικά σκηνοθεσίας για τον Bertolucci.

Ακολούθησε το ονειρικό «Τσάι στη Σαχάρα» το 1990, η Κλεμμένη Ομορφιά με την νεαρή τότε Λίβ Τάιλερ που υποδύεται μια έφηβη Αμερικανίδα που επισκέπτεται την Ιταλία για να ανακαλύψει τον πραγματικό της πατέρα και την σεξουαλικότητα της ενηλικίωσής της.

Οι  Ονειροπόλοι του το 2003, είναι ένα γράμμα αγάπης στη nouvelle vague και στο μοναδικό Jules et Jim του Τρυφώ καθώς και Τα Τρομερά Παιδιά του Jean Cocteau. Η ταινία διαπραγματεύεται τον ερωτισμό, την απελευθέρωση, την πολιτική και σεξουαλική αφύπνιση σε μια εποχή μ’ έντονο επαναστατικό πνεύμα. Οι χαρακτήρες νιώθουν ξένοι σε ένα περιβάλλον όπου τίποτα δεν είναι δεδομένο, έξω από τα όρια της κανονικότητας, Ένας Αμερικανός στο Παρίσι, μια Αμερικανίδα στην Ιταλία, ένα ζευγάρι Αμερικανών στο Μαρόκο, μακριά από το σπίτι και την προστασία της αγίας καθημερινότητας, από την ομπρέλα του καθωσπρεπισμού. Οι χαρακτήρες επιστρέφουν στο πρωταρχικό, στην επιθυμία και την ορμή πολλές φορές στα όρια του πριμιτιβισμού.

Θεματολογία που υπάρχει πρωταρχικά και στην ταινία που τον ενέταξε στο γκρουπ των μεγάλων (και εμπορικών)  Ιταλών σκηνοθετών της γενιάς του, και του χάρισε φήμη παγκοσμίως, και καλλιτεχνική ελευθερία, ήταν το αμφιλεγόμενο «Τελευταίο Ταγκό στο Παρίσι» του 1972. Η ταινία εξερευνά τα όρια της σεξουαλικότητας, την λύτρωση της οδύνης μέσα από το σεξ, αλλά και τα όρια που αυτό θέτει, καθώς αυτή η απελευθέρωση τελικά αποδεικνύεται φρούδα και καταδικασμένη. Σε αυτή του την απεικόνιση της χωρίς αγάπης και βυθισμένης στην απόγνωση σχέσης ενός μεσήλικα Αμερικανού (Marlon Brando)  με μια νεαρή Γαλλίδα (Maria Schneider), ο Bertolucci προοικονομεί το τέλος της αθωότητας και την αρχή της παρακμής σε μια μεταεπαναστατική Γαλλία των αρχών της δεκαετίας του 1970 που έθεσε και τα όρια του ριζοσπαστισμού, τόσο σε πολιτικό όσο και σε σεξουαλικό επίπεδο. Μετά την κυκλοφορία της ταινίας, ο Bertolucci κατηγορήθηκε για παραγωγή πορνογραφίας. Αν και αθωώθηκε, έχασε πολιτικά δικαιώματα και ψήφο για μια πενταετία. Τα τελευταία χρόνια, μια ακόμη διαμάχη ξέσπασε αφού η νεαρή τότε Schneider δεν είχε συναινέσει σε σκηνές γυρισμάτων της ταινίας και της ασκήθηκε ψυχολογική και σωματική βία. Η τεράστια εμπορική επιτυχία της ταινίας του δίνει την ευκαιρία να βρει χρηματοδότηση για το επόμενο μεγαλόπνοο σχέδιό του που ακούει στο όνομα 1900.

Το πεντάωρο επικών διαστάσεων πρότζεκτ αποστρέφεται τον ενδοσκοπικό – ψυχολογικό χαρακτήρα των προηγούμενων ταινιών και προσπάθησε να κάνει μια ταινία με κεντρικό αφήγημα τον ταξικό αγώνα χρησιμοποιώντας το στυλ των αμερικανικών επικών ταινιών καθώς κι αυτών του σοσιαλιστικού ρεαλισμού της δεκαετίας του ’30. Τα  τελευταία 30 λεπτά της ταινίας δίνουν μερικές σκηνές ανθολογίας στο κινηματογραφικό σύμπαν του σκηνοθέτη.

Σύμφωνα με τον Bertolucci, ο κινηματογράφος είναι «μια πραγματικά ποιητική γλώσσα». Είχε ξεκινήσει ως ποιητής, με τη συλλογή του «Σε Αναζήτηση του Μυστηρίου», κερδίζοντας το βραβείο Viareggio το 1962, όπως νωρίτερα είχε κάνει ο   πατέρας του, ο  Attilio Bertolucci, γνωστός ιταλός ποιητής, και φίλος του Pier Paolo Pasolini. Ο Bernardo συχνά συνόδευε τον πατέρα του στις κινηματογραφικές του εξορμήσεις στην Πάρμα, την πόλη όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε ενώ ξεκίνησε να κάνει τις πρώτες του μικρού μήκους στα 16 χρησιμοποιώντας φορμάτ των 8 και 16μμ. Έτσι ήρθε σαν φυσικό επακόλουθο, όταν ο Pasolini έκανε την πρώτη του ταινία, το Accatone το 1961, να προσλάβει τον 20χρονο τότε Bernardo ως βοηθό παραγωγής.

Την επόμενη χρόνια μεταπηδά στην σκηνοθεσία με το La commare secca  του 1962 σε σενάριο του ίδιου του Pasolini και κάπως έτσι ξεκινά την ξέφρενη κινηματογραφική σταδιοδρομία του με πρώτη σημαντική στάση τον Κομφορμιστή του 1970.

Η ταινία συμπυκνώνει  με τον καλύτερο τρόπο τις φροϋδικές και πολιτικές ανησυχίες του Bertolucci σε μια ειρωνική μελέτη της προπολεμικής Ιταλίας και μια προσπάθεια διείσδυσης στο μυαλό ενός φασίστα, τον οποίο υποδύεται ο Jean-Louis Trintignant, ο οποίος καλείται να δολοφονήσει τον πρώην καθηγητή του. Στον Κομφορμιστή ξεδιπλώνεται πλέον ολοκληρωμένα η αφηγηματική παλέτα του μαέστρου  Bertolucci.  Περίτεχνα πλάνα παρακολούθησης, δύσκολες γωνίες λήψης της κάμερας, πολυτελή χρωματικά εφέ, περίτεχνα διακοσμητικά στοιχεία και το χαρακτηριστικό και σύνθετο παιχνίδι του φωτός και της σκιάς που καθιστούν το έργο του τόσο μοναδικό.

Ένα φως που έσβησε για πάντα τα ξημερώματα της Δευτέρας. Ο Bertolucci πέρασε πλέον στο πάνθεον των μεγάλων του παγκόσμιου κινηματογράφου, ο Μπερτολούτσης ωστόσο που κρύβει ο κάθε λάτρης της 7ης τέχνης και της κινηματογραφικής εξτραβαγκάντζας του μεγάλου μετρ θα παραμένει ζωντανός και ίσως και λίγο γκρινιάρης για θέματα που άπτονται του σύγχρονου κινηματογράφου και της παραγωγής, καθώς και για κείνο το καλοκαίρι του 1987 με τον Τελευταίο Αυτοκράτορα στο Σινέ Ρεξ, στο Σινέ Ριβιέρα, στο Σινέ Βοξ ή όπου αλλού .. κι άλλες παρόμοιες κοινοτυπίες!

Αντώνης Γλαρός

Σκηνοθέτης