featured Movie Geek Κινηματογράφος Ντοκιμαντέρ

Kristof Bilsen: «Η καρδιά του ντοκιμαντέρ χτυπά εκεί όπου υπάρχει πολιτικός αναβρασμός»

«Ξεκίνησα να κινηματογραφώ το «Mother» όταν με απασχόλησε κάτι πολύ προσωπικό, που ήταν η αμνησία από την οποία έπασχε η μητέρα μου κι έψαχνα τρόπους βοήθειας. Στην οικογένεια είμαστε τρία παιδιά κι ο πατέρας μου που φρόντιζε τη μητέρα μου στο σπίτι. Άρχισα να αναζητώ στο διαδίκτυο τρόπους για παροχή βοήθειας ώσπου συνάντησα αυτό το μέρος στην Ταϋλάνδη κι έτσι ξεκίνησε το πρότζεκτ», ομολογεί στο artplay.gr ο σκηνοθέτης Kristof Bilsen, που βρέθηκε στην Αθήνα προσκεκλημένος στο 25ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας, με αφορμή την προβολή του ντοκιμαντέρ του «Mother» το οποίο διαδραματίζεται σε ένα κέντρο φροντίδας στην Ταϊλάνδη για άτομα που πάσχουν από εγκεφαλικές παθήσεις. «Πάντα οι ταινίες μου ξεκινούν με ένα ερώτημα. Η θεματική είναι πάντα το πιο σημαντικό στοιχείο, αυτό που με συγκινεί κι αυτό που βρίσκεται στην καρδιά μου. Πρόκειται για  μια μεγάλη διαδικασία που θα εξηγήσω στη συνέχεια».

-Ποια υπήρξαν τα στάδια της ταινίας;

«Αρχικά ξεκίνησα να ερευνώ και να μιλώ με ανθρώπους για το τι συμβαίνει στη χώρα μου, το Βέλγιο, όσον αφορά τη φροντίδα  των ηλικιωμένων. Στη συνέχεια πήγα στο συγκεκριμένο μέρος και μίλησα με τον υπεύθυνο, ο οποίος δημιούργησε τη μονάδα φροντίδας με αφορμή τη δική του μητέρα που έπασχε από αλτσχάιμερ. Ούτε ο ίδιος είχε βρει λύση στην πατρίδα του τη Σουηδία. Κι έτσι, επειδή δούλευε ήδη στην Ταϋλάνδη ως ψυχοθεραπευτής για νέους, αποφάσισε να πάει εκεί τη μητέρα του. Η είδηση διαδόθηκε από στόμα σε στόμα, με αποτέλεσμα να εμπιστευθούν το κέντρο κι άλλοι άνθρωποι. Αυτό ήταν και το κεντρικό θέμα του ντοκιμαντέρ. Όταν ξεκίνησα το γύρισμα συνάντησα την Πομ και την Ελίζαμπεθ, που η πρώτη φρόντιζε τη δεύτερη σαν να επρόκειτο για κόρη που φροντίζει τη μητέρα της. Αυτό υπήρξε και το στοιχείο που με έκανε να αποφασίσω ότι η ταινία πρέπει να γίνει, καθώς έχει πολλά επίπεδα. Δε μιλάει μόνο για το αλτσχάιμερ, αλλά και για τη μητρότητα. Για αυτό και ονομάζεται «Mother».

-Ποια θεματική σας απασχολεί ως δημιουργό;

« Οι άνθρωποι που είναι «κολλημένοι». Έχω επικεντρωθεί αρκετά στις γυναίκες , καθώς η πρώτη μου ταινία για παράδειγμα, ήταν για τρεις γυναίκες που βρέθηκαν στη φυλακή επειδή είχαν διαπράξει έναν φόνο και ουσιαστικά ήταν τρεις «κολλημένες» γυναίκες. Η δεύτερη ταινία μου «Το όνειρο του ελέφαντα» αναφερόταν στους δημόσιους εργάτες στην Κινσάσα του Κονγκό. Μια ταινία για τη  δύναμη και τη βία της δύναμης. Αυτοί οι εργάτες είναι «κολλημένοι», καθώς η δουλειά τους πλέον δεν υφίσταται,  δεν υπάρχουν αρκετά χρήματα , δεν τους παίρνουν στα σοβαρά και δεν τους πληρώνουν.

Στο τελευταίο ντοκιμαντέρ, το «Mother», η όμορφη πρωταγωνίστρια, η Ποπ, βρίσκεται ανάμεσα σε δυο πολύ δύσκολες αποφάσεις. Δεν μπορεί να βλέπει τα παιδιά της που αγαπάει βαθιά, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να είναι καλή μητέρα. Η δουλειά της είναι να φροντίζει μια άλλη γυναίκα, μητέρα κι αυτή,  που φτάνει στην Ταιλάνδη από την Ευρώπη, κάνοντας μια μεγάλη διαδρομή. Μια γυναίκα που κατά μια έννοια είναι «κολλημένη», καθώς πάσχει από αλτσχάιμερ. Πρόκειται για δυο ιστορίες που η μια είναι ο τέλειος καθρέφτης της άλλης».

–  Ποια είναι η διαφορά και η δύναμη του ντοκιμαντέρ απέναντι σε  μια ταινία μυθοπλασίας ;

«Όταν βλέπουμε ένα ντοκιμαντέρ πρέπει συνεχώς να υπενθυμίζουμε στον εαυτό μας ότι βλέπουμε κάτι πραγματικό και νομίζω ότι αυτό είναι που ξεχωρίζει ένα καλό ντοκιμαντέρ. Για μένα ένα καλό ντοκιμαντέρ εστιάζει πάρα πολύ στην προσωπική ιστορία και την ενσυναίσθηση, τη συναισθηματική ταύτιση με την ψυχική κατάσταση του άλλου , αλλά και της κατανόησης της συμπεριφοράς και των κινήτρων του. Ένα καλό ντοκιμαντέρ θέτει ερωτήματα για τον κόσμο γύρω μας. Μπορεί κάποιος να πει ότι όλα αυτά ισχύουν και για μια ταινία, αλλά η πραγματική δύναμη του ντοκιμαντέρ είναι η διάλεκτος και το γεγονός ότι πρέπει να μπεις μέσα σε  μια άλλη ζωή. «Πρέπει να λερώσεις τα χέρια σου», πρέπει να πεις μια ιστορία και μαζί με τους πρωταγωνιστές να μοιραστείς την ίδια οπτική».

– Θα συνεχίζετε να κάνετε μόνο ντοκιμαντέρ;

«Μέχρι στιγμής δεν έχω κάποιο πλάνο, μου αρέσει πολύ  το ότι ασχολούμαι με ντοκιμαντέρ που μιλάνε για την ίδια τη ζωή και την περιπλοκότητά της . Μπορώ να βουτήξω μέσα σε αυτό και να το εξερευνήσω. Αλλά είναι πολυτέλεια να συνεχίσω να κάνω μόνο ντοκιμαντέρ. Δεν νιώθω την ανάγκη να δημιουργήσω στο σετ».

-Η τέχνη ακολουθεί τη ζωή ;

«Πιστεύω σ ένα μάντρα που λέει ότι πρέπει να έχεις εμπιστοσύνη στη διαδικασία , ακόμα κι αν έχεις ένα συγκεκριμένο θέμα που θέλεις να ασχοληθείς, η ίδια η ζωή θα σε οδηγήσει κάπου. Ακόμα κι εγώ αν δω τώρα το «Mother», μετά την από μήνες ολοκλήρωσή του, μπορώ να καταλάβω ότι είναι η ιστορία της Πομ κι ότι δεν έχω να προσφέρω κάτι άλλο. Την ταινία την επιλέγουν πλέον τα φεστιβάλ και την παρακολουθεί το κοινό. Έχει τη δική της ζωή. Αυτό που χρειάζεται να κάνει κανείς είναι να είναι ανοιχτός και περίεργος σε όλη τη διάρκεια της  διαδικασίας».

-Πώς αποφασίσατε να γίνετε σκηνοθέτης;

-Αρχικά δούλευα για μεγάλο διάστημα στο χώρο των παραστατικών τεχνών, θέατρο και πολυμέσα. Ώσπου άρχισε να με πνίγει το black box. Μπορούμε να πούμε πολλές ιστορίες στο θέατρο αλλά ήθελα πολύ να δω τη ζωή έξω από αυτό. Επίσης αγαπώ πολύ τα ταξίδια. Στη συνέχεια βρήκα κατά τύχη ένα μικρό εργαστήριο δημιουργίας ντοκιμαντέρ. Ανακάλυψα ότι μου άρεσε να είμαι περίεργος και να μιλώ με κόσμο . Έτσι από τον πολύ περιορισμένο χώρο του θεάτρου όπου μπορείς να έχεις άπλετη φαντασία, βγαίνεις έξω και ταξιδεύεις».

– Ποιοι υπήρξαν εμπνευστές σας;

Σίγουρα οι αδελφοί Albert and David Maysles που πίστευαν ότι πρέπει να πλησιάζουμε τα θέματα με ευγένεια και να είμαστε ανοιχτοί σε ό, τι εμφανιστεί στο δρόμο μας. Κάτι που θεωρώ πολύ δύσκολο αν ήταν να συναντήσω π.χ κάποιον από την ακροδεξιά. Η πηγή έμπνευσής μου αλλάζει ανά θέμα.

-Που χτυπά σήμερα η καρδιά του ντοκιμαντέρ;

«Στην ανατολική Ευρώπη, την Πολωνία, τη Ρουμανία, τη Σερβία , αλλά και όπου υπάρχει πολιτικός αναβρασμός. Εκεί υπάρχει μια νέα γενιά που πρέπει να επιλύσει προβλήματα και επείγοντα θέματα , μια γενιά πολιτικοποιημένη που πρέπει να ξαναπεί την ιστορία. Είναι επίσης η Λατινική Αμερική και οι ΗΠΑ καθώς κι εκεί υπάρχει μια νέα γενιά αφηγητών αλλά και η διασπορά των Κινέζων. Είμαι λευκός και προνομιούχος αλλά χαίρομαι που ακούγονται νέες ιστορίες και διαφορετικές απόψεις, όπως π.χ από Αφροαμερικανούς»

Μάνια Ζούση

Μετάφραση και επιμέλεια: Γεωργία Σαρακινού