featured Κινηματογράφος

Δημήτρης Αναγνώστου : «Το σινεμά που αγαπώ, αντιστέκεται στις μόδες»

Ταινία που εξέπληξε με την θεματική της και κυρίως το πλαίσιο που ο σκηνοθέτης της επιλέγει για να την αφηγηθεί με μεγάλη μαεστρία και αισθητική αρτιότητα, το «Mare Nostrum» του Δημήτρη Αναγνώστου, που απέσπασε στο πρόσφατο Φεστιβάλ της Δράμας βραβείο καλύτερης φωτογραφίας στον Γιάννη Καραμπάτσο και ειδική μνεία στις Νύχτες Πρεμιέρας, είναι «η αλληγορική εικόνα μιας χώρας σε «κρίση ταυτότητας», όπως λέει ο ίδιος στο artplay.gr. Μόνο που ανατρέχοντας σε μια ξεχασμένη παράμετρο καταγραφής της ελληνικής ιστορίας, τους ξένους περιηγητές, ο Αναγνώστου καταφέρνει ευφυώς να σχολιάσει με πολιτική αιχμή, ενσταλάσσοντας βαθιά ποιητικότητα, την υποτέλεια μιας χώρας που το μόνο που της έχει απομείνει είναι ένα «πτώμα δίχως ταυτότητα». Κάνοντας τη δική του υπόκλιση στην ιστορία του σινεμά και την ευρωπαϊκή παράδοση και κληρονομιά, ο Δημήτρης Αναγνώστου κατάφερε με αυτήν την πρώτη του ταινία μικρού μήκους, να μας κάνει να τον προσέξουμε και να παρακολουθούμε το περιπετειώδες ταξίδι του στο μέλλον.

*Ποιο υπήρξε το γεγονός και η έμπνευση για την ταινία σου και πως ενέταξες τους περιηγητές σε αυτήν.

Ήταν το 2008, όταν μια είδηση περιέγραφε, με τρόπο ξερό σχεδόν κυνικό, την ανεύρεση ενός νεκρού ανθρώπινου σώματος από έναν περαστικό στο ξημέρωμα μιας μέρας. Το νεκρό σώμα βρισκόταν κρεμασμένο σε μια μικρή πλατεία της Αθήνας και η είδηση τελείωνε με την εξής διατύπωση: η ταυτότητά του παραμένει άγνωστη. Το πτώμα εκείνου του ανθρώπου δεν αναγνωρίσθηκε ποτέ και η υπόθεση έκλεισε. Λίγο καιρό αργότερα, έφυγα για Παρίσι με σκοπό να εγκατασταθώ μόνιμα εκεί. Χωρίς να ξέρω γιατί, κράτησα την είδηση αυτή ως μια εικόνα της χώρας που άφηνα πίσω. Ύστερα ήρθε η κρίση (οικονομική και προσφυγική) και μαζί της έφερε χιλιάδες ανάλογες περιπτώσεις ανθρώπων που λύγισαν από το βάρος της ύφεσης ή χάθηκαν αναζητώντας αλλού, ένα άλλο αύριο και ξεχάστηκαν ανώνυμοι μεταξύ ανώνυμων.

Μέσα σε αυτό το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο που επικαιροποίησε εκείνο το συμβάν, γεννήθηκε η επιτακτικότητα να γίνει αυτή η ταινία. Μαζί της όμως γεννήθηκε και μια διστακτικότητα. Πως να μιλήσει κανείς για κάτι τόσο επίκαιρο και επώδυνο χωρίς να μπει σε μια λογική θεάματος; Αντί να προσπαθήσω να ξεπεράσω τον όποιο δισταγμό, αποφάσισα να τον κάνω φόρμα και να τον εγγράψω μέσα στην ίδια τη ταινία, επιστρέφοντας ταυτόχρονα στην αρχική μου πρώτη εντύπωση ότι αυτό το πτώμα «δίχως» ταυτότητα δεν είναι παρά η αλληγορική εικόνα μιας χώρας σε «κρίση ταυτότητας» με την ψυχοκοινωνική και πολιτική διάσταση του όρου.

Το Mare Nostrum είναι ακριβώς αυτό το κενό διάστημα, αυτή η απόσταση ανάμεσα στο δισταγμό και την επιτακτικότητα. Είναι μια ταινία «σε κρίση», η οποία κουβαλά μέσα της το παγωμένο βλέμμα μιας κοινωνίας η οποία συνεχίζει να προσπαθεί αφελώς να ορίσει τον εαυτό της μέσα στην ασφάλεια των «σαφώς ορισμένων ταυτοτήτων» και των μονοσήμαντων αφηγήσεων και η οποία κοκαλώνει και καταρρέει κάθε φορά που αυτές ταρακουνιούνται και παρουσιάζονται μπροστά της όχι πια ως υπερβατικές και διαφανείς σημασίες αλλά με την πραγματική τους διάσταση: ως ξεκάθαρα (αν)ιστορικές και ιδεολογικές κατασκευές.

Μια τέτοια κατασκευή είναι και το ιδεολογικό αφήγημα των περιηγητών του Grand Tour που ανοίγουν και κλείνουν την ταινία. Μοιάζουν χαμένοι ψάχνοντας μια ιδεατή εικόνα που δεν υπάρχει πραγματικά. Μαζί τους φέρουν το βλέμμα του τότε : ένα βλέμμα ετερόνομο, μυθοποιητικό, φορτωμένο με κάθε είδους ρομαντισμό, που αναζητά το αρκαδικό ιδεώδες και βλέπει παντού την επανεμφάνιση του αρχαίου κόσμου. Αυτό το βλέμμα κι αυτή την αφήγηση δανειστήκαμε για αιώνες για να εφεύρουμε την νεοελληνική «ταυτότητά» κι ακόμα και σήμερα, συνεχίζουμε να μοιάζουμε εγκλωβισμένοι σε αυτά. Κι ας μην το αντιλαμβανόμαστε, αφού τα φυσικοποιήσαμε σε τέτοιο βαθμό που πλέον μοιάζουν αόρατα.

*Τι σε γοήτευσε, τι σε βασάνισε και τι σε χαροποίησε σε αυτήν την περιπέτεια.

Νομίζω ότι το βασανιστικότερο πράγμα είναι οι αναμονές, οι αναβολές και κυρίως η αίσθηση που πολύ συχνά έχει κανείς ότι παλεύει να κάνει κάτι το οποίο μοιάζει ακατόρθωτο.

Μέσα σε ένα αισθητικό, ιδεολογικό και πολιτικό πλαίσιο το οποίο όλο συντηρητικοποιείται και στενεύει, το να κάνει κανείς σινεμά μοιάζει λίγο σαν μια τρέλα, σαν κάτι το οποίο υπερβαίνει τις συμβάσεις και πραγματώνει το ακατόρθωτο. Όλο αυτό απαιτεί πολύ υπομονή και τεράστια ενέργεια από όλους τους ανθρώπους οι οποίοι εμπλέκονται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο σε αυτό το οποίο λέμε «κάνω σινεμά». Κανείς δεν κάνει σινεμά μόνος του και τίποτα δεν θα μπορούσε να γίνει χωρίς όλη αυτή την συσσωρευμένη ενέργεια των ανθρώπων που δουλέψαμε μαζί. Μια ενέργεια η οποία δεν καταστέλλεται, ξεπερνά προβλήματα, αναβολές, αναμονές κι ακυρώσεις. Αυτό με γοητεύει: αυτή η ενέργεια, η «τρέλα», η πίστη στη συντροφικότητα και στη σημασία της συνύπαρξης και της ομαδικής προσπάθειας.

*Ποια είναι η κινηματογραφική σου καταγωγή και τι έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην επιλογή σου να γίνεις σκηνοθέτης. Ποιούς ομότεχνους θεωρείς δασκάλους και ποιο είδος σινεμά αγαπάς.

Σπούδασα σκηνοθεσία στην Αθήνα και θεωρία του σινεμά στο Παρίσι, παρόλα αυτά έχω την αίσθηση ότι στο σινεμά με τον έναν ή τον άλλον τρόπο μπήκα κάπως από το παράθυρο. Ίσως φταίει το ότι ξεκίνησα σπουδάζοντας Χημεία κι ότι το σινεμά ήρθε με έναν τρόπο σχεδόν λυτρωτικό για να με απαλλάξει από την βαθιά υπαρξιακή αγωνία που μου δημιουργούσε η προοπτική του να δουλεύω οκτάωρο-δεκάωρο σε κάποιο χημικό εργαστήριο.

Θεωρώ δασκάλους τους σκηνοθέτες που ρισκάρουν, από τον Jean Renoir και τον Godard, μέχρι τον Reygadas και τον Albert Serra. Οπότε, το σινεμά που αγαπώ δεν είναι παρά εκείνο το οποίο επιμένει να αντιστέκεται στις κυρίαρχες μόδες και τάσεις της σύγχρονης παραγωγής, αναζητώντας διαρκώς καινούργιους τρόπους για να (ξανα)εφεύρει τον εαυτό του και τη σχέση του με τον κόσμο τον οποίο φιλμάρει. Ένα σινεμά αισθαντικό, εξωστρεφές και ρισκαδόρικο, το οποίο συνειδητά και μάχιμα, επιλέγει και προκρίνει την αμφισημία και τον υπαινιγμό ενάντια στην βεβαιότητα, στη κεντροποίηση του νοήματος και στην επικρατούσα (νέο)κλασσική φόρμα.

*Πόσο δύσκολο είναι για έναν νέο σκηνοθέτη να δουλεύει στην Ελλάδα και τι θα συμβούλευες τους φοιτητές σου και μελλοντικούς ομότεχνους.

Δεν ξέρω… Το μόνο πράγμα που θα μπορούσα ίσως να τους συμβουλεύσω, αν κι αισθάνομαι κάπως άβολα με αυτό, είναι να είναι ο εαυτός τους και να είναι τίμιοι με τα μέσα τους, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό σε αισθητικό ή ηθικό επίπεδο.

Μάνια Ζούση