featured Βιβλίο Οι δημιουργοί γράφουν

«Βόρεια Βορειανατoλικά» : ένας απόπλους κι ένα στοίχημα

Ένα νέο λογοτεχνικό περιοδικό με έδρα τη Μυτιλήνη και τίτλο» Βόρεια Βορειανατoλικά», εμπνεύστηκε από τις ανησυχίες και τους δημιουργικούς ορίζοντες των ανθρώπων που ζουν και βιοπορίζονται εκεί, ανθρώπων διαφορετικών καταβολών και προσανατολισμών. Αν και έχει τις ρίζες του σ’ ένα πολύ συγκεκριμένο νησί, η ιστορία του οποίου και οι σύγχρονες μοίρες του αρδεύουν και τη δική του τύχη, μοιάζει με τα iles flottants των μεσαιωνικών ναυτικών χαρτών. Ένας πνευματικός ου-τόπος, μια πορεία, ένας προορισμός, μια συντεταγμένη, ένα μέρος για να πας. Είναι ένας απόπλους κι ένα στοίχημα που άρχονται εδώ.

Επιδιώκει να δημιουργήσει τις συνθήκες παραγωγής θεωρητικού λόγου γύρω από τη λογοτεχνία και συνεπώς επικεντρώνεται στο λογοτεχνικό δοκίμιο, είδος που κατά γενική ομολογία απουσιάζει από τη σύγχρονη εκδοτική παραγωγή.

Tο πρώτο τεύχος του επιχειρεί να στοχαστεί επάνω σε ορισμένες πτυχές του Ρεαλισμού στην λογοτεχνία του 20ου αι. και να πειραματιστεί με τις δυνατότητες και τα ανοιχτά του ενδεχόμενα σε τούτο τον αρχόμενο 21ο αιώνα.Το ύφος και το περιεχόμενο του περιοδικού, μας εξηγεί η Νατάσα Παπανικολάου, μέλος της συντακτικής επιτροπής, «συμβαδίζει με τα όσα βιώνουμε οι κάτοικοι του νησιού αυτό το διάστημα. Βγάζουμε αυτό το περιοδικό με πολύ κόπο στη Λέσβο». Και μας παραθέτει δυο αποσπάσματα γραμμένα από τον Ζήση Αϊναλή :

«Ενδεείς, αυτό έχουμε γίνει. Κομμάτι το κομμάτι διασπαθίσαμε την κληρονομιά της ανθρωπότητας, υποθηκεύσαμε αυτόν τον θησαυρό στα ενεχυροδανειστήρια, συχνά για το ένα εκατοστό της αξίας του, και ως αντάλλαγμα δεν πήραμε παρά το μεταλλίκι του «επίκαιρου». Προ των πυλών στέκεται η οικονομική κρίση και πίσω της μια σκιά που παχαίνει, η σκιά του επικείμενου πολέμου. Η αντίσταση έγινε σήμερα υπόθεση μιας χούφτας ισχυρών που, ο Θεός το ξέρει, δεν είναι περισσότερο άνθρωποι απ’ την πλειοψηφία: συχνά περισσότερο βάρβαροι, αλλά με τη λάθος σημασία της λέξης. Οι άλλοι πρέπει να τα βγάλουν πέρα όπως μπορούν, να ξαναξεκινήσουν πατώντας στο άλλο πόδι και με ελάχιστα πράγματα. Αυτοί συντάσσονται με τους ανθρώπους που ανέλαβαν να εξερευνήσουν τις ριζικά νέες πιθανότητες, τις πιθανότητες τις βασισμένες στην ευθυκρισία και στην αυταπάρνηση. Στα κτήριά τους, στους πίνακές τους, στα διηγήματά τους η ανθρωπότητα αποπειράται να επιβιώσει, εάν αυτό σταθεί απαραίτητο, του πολιτισμού. Και κυρίως, το πράττει γελώντας. Αυτό το γέλιο μπορεί ενίοτε να φαντάζει βάρβαρο. Ας το παραδεχτούμε. Από καιρού εις καιρόν μπορεί το άτομο να δώσει λίγη ανθρωπότητα σε αυτή τη μάζα που θα του την επιστρέψει μια μέρα σίγουρα φθαρμένη.» (W. BENJAMIN, «Εμπειρία και ένδεια», μτφρ. Ζ. Δ. ΑΪΝΑΛΗΣ, Βόρεια-Βορειοανατολικά, τ. 1, σ. 80-81)

Αυτά έγραφε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν στα 1933, λίγο πριν την άνοδο του Αδόλφου Χίτλερ στην εξουσία, σ’ εκείνη την κορυφή της καμπύλης που ενώνει τον Πρώτο με τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Και αυτό το οποίο προσπαθεί να ιχνογραφήσει εδώ θεωρητικά ο Μπένγιαμιν, ένας άλλος συγκαιρινός του, ο Γιόζεφ Ροτ, λες κι έχει βαλθεί να το ιστορήσει στο Εμβατήριο του Ραντέσκυ, το αριστούργημά του, όπου οι μοίρες των Τρόττα δεν ακολουθούν κατά πόδας μόνο τις μοίρες μιας τάξης ή ενός κράτους, αλλά τις μοίρες μιας ολόκληρης Εποχής:

«Ο Καρλ Τρόττα παραμένει απροσάρμοστος στη στρατιωτική ζωή, χωρίς ιδιαίτερες ειδικές ή γενικές γνώσεις, ανώριμος και εύκολα χειραγωγήσιμος. Μπλέκει σε άχρηστους καυγάδες, δημιουργεί χρέη, πίνει ασταμάτητα, κάνει όλο και μεγαλύτερα λάθη, τα σφίγγει όλα σε ένα κουβάρι που καλείτε να το λύσει ο πατέρας του, Έπαρχος Τρόττα. Άμεσα συγγενικός χαρακτήρας με τον Καρλ Τρόττα είναι ο λοχαγός Ταίνιγκεν στο Χίλιες και δύο νύχτες που διασκεδάζει υπηρετώντας το στέμμα στη Βιέννη, ώσπου έρχεται μια μετάθεση στα σύνορα για να τον ρίξει στο ποτό και στην αδράνεια. Ένα σκάνδαλο τον αναγκάζει να παραιτηθεί απ’ τον στρατό για να αποδειχθεί ότι δεν είναι ικανός ούτε να διαχειρίζεται τα αγροκτήματά του. Η αυτοκτονία μοιάζει με μονόδρομο. Αντιστοίχως, ο θάνατος του Καρλ Τρόττα μοιάζει άδοξος. Είναι άδοξος όμως μόνο εξωτερικά επειδή, σε αντίθεση με τον θάνατο του κράτους του οποίου υπήρξε απρόθυμος στρατιώτης, εσωτερικά ο θάνατος του Καρλ είναι ειρηνικός, ο Καρλ έχει εξοικειωθεί προ πολλού μαζί του.» (Σ. ΚΡΑΟΥΝΑΚΗΣ, «Για τον Γιόζεφ Ροτ», Βόρεια-Βορειοανατολικά, τ. 1, σ. 102)

Και το τέλος ολόκληρης αυτής της Εποχής το εξέφρασε -ιδανικά- με το μακάβριο, σαν επιθανάτιο ρόγχο, χάχανό του, ο Γιάροσλαβ Χάσεκ στον Καλό στρατιώτη Σβέικ:

«Και, έτσι, όλα τα παραπάνω μας οδηγούν στο τελευταίο σκέλος του ερωτήματος. Ας δεχτούμε πως με ατελείωτους μονολόγους και εξωφρενικές ιστορίες ο Σβέικ ακινητοποιεί για μια στιγμή το Χάος και δίνει χώρο στη σύγκριση, η οποία αναδεικνύει το παράλογο και το γκροτέσκο της κατάστασης. Όμως που στο διάβολο είναι το αστείο σε όλο αυτό; Πώς μπορεί κάποιος να αστειεύεται και να γελάει με τα εκατομμύρια των νεκρών, με τον πόνο και τα συντρίμμια που άφησε πίσω του ο Μεγάλος Πόλεμος; Πώς γίνεται τα πράγματα να είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από σοβαρά; Σε αυτή μου τη δήλωση σίγουρα ο Σβέικ θα συμφωνούσε απόλυτα. Τα πράγματα είναι εξαιρετικά σοβαρά. Ο αναίτιος θάνατος κι ενός ανθρώπου μόνο δεν είναι παίξε-γέλασε. […] Ο Σβέικ επιστρέφει τη σοβαρότητα των σχέσεων μέσα από τη δική του παράδοξη αντιμετώπιση της πραγματικότητας. Αμφισβητεί. Αμφισβητεί τη διοίκηση αντιπαραβάλλοντας τις προσωπικές του ιστορίες και αποκαλύπτοντας έτσι τη σχέση μεταξύ τους.[…] Συνεπώς, οι Περιπέτειες του Καλού Στρατιώτη Σβέικ είναι ένα βιβλίο εξαιρετικά σοβαρό, όπως και οι περιπέτειες του Γαργαντούα, άλλωστε. Τα γεγονότα είναι που πάσχουν, σε αυτά οφείλεται το μέγεθος της ειρωνείας.» (Χ. ΜΑΡΤΙΝΗΣ, «Πού στο διάβολο κρύβεται το αστείο στην περίπτωση του Σβέικ», Βόρεια-Βορειοανατολικά, τ.1, σ. 113-115)

Και ίσως η μόνη δυνατή απάντηση σε όλο το παχύ, αδιαπέραστο σκοτάδι των ημερών να είναι εκείνη του Ισπανού ποιητή κι αγωνιστή Μιγκέλ Ερνάντεθ, στο ποιητικό γράμμα που γράφει στον γιο του μέσα από τη φυλακή την επαύριο του Ισπανικού Εμφυλίου πολέμου:

«Ήμουν παιδί μα ξύπνησα:

            Ποτέ μην ξυπνάς.

            Θλιμμένο είναι το στόμα μου.

            Να γελάς πάντα.

            Πάντα μέσα στην κούνια,

            Να υπερασπίζεσαι το γέλιο

            Πούπουλο προς πούπουλο.»

 

(M. HERNÁNDEZ, «Νανουρίσματα του κρεμμυδιού», μτφρ. Ν. ΑΓΓΕΛΗ, Βόρεια-Βορειοανατολικά, τ. 1, σ. 157-160)

Συντακτική Ομάδα του περιοδικού ΒΟΡΕΙΑ ΒΟΡΕΙΑΝΑΤΟΛΙΚΑ: Ζ. Δ. Αϊναλής, Δήμητρα Γλεντή, Αλέξανδρος Καραβάς, Στέλιος Κραουνάκης, Χρήστος Μαρτίνης, Νατάσα Παπανικολάου, Ελένη Ρουσοπούλου.

Στο πρώτο τεύχος περιέχονται: 

Δοκίμια
Raymond Carver – Περί γραφής (μτφρ. Στέλιος Κραουνάκης)
Ηλιος Chailly – Ένα ταξίδι στην άκρη του μάταιου
Αλέξανδρος Καραβάς – James Joyce: Ένα τραγούδι και τρία ποιήματα
Walter Benjamin – Εμπειρία και ένδεια (μτφρ. Ζ. Δ. Αϊναλής)
Στέλιος Κραουνάκης – Για τον Γιόζεφ Ροτ
Χρήστος Μαρτίνης – Πού στο διάβολο κρύβεται το αστείο στην περίπτωση του Σβέικ
Άννα Γρίβα – Ιταλικός Νεορεαλισμός
Ζ. Δ. Αϊναλής – Η θανάσιμη μοναξιά του Μάνου Καλογιάννη

Διηγήματα-ποιήματα- μεταφράσεις

Νατάσα Παπανικολάου, Γιάννης Παττακός, Παναγιώτης Κ., Miguel Hernandez (εισαγωγή-μετάφραση Νάνσυ Αγγελή), Antonio Gancho (προλογικό σημείωμα-μετάφραση Δήμητρα Γλεντή), Michel de Ghelderode (εισαγωγή-μετάφραση Νίκος Σκοπλάκης), Γιάννης Κουτζαμάνης, Ελένη Ρουσοπούλου, Στέλιος Κραουνάκης.

Σελιδοποίηση-εικαστική επιμέλεια: Νάντια Δανέζου

Σκίτσα: Αλέξανδρος Καραβάς, Ελένη Ρουσοπούλου

Eπικοινωνία: e-mail: [email protected] /
vvanatolika.wordpress.com

Εκδόσεις: Ένατη Διάσταση
Υπεύθυνοι έκδοσης: Πάνος Κρητικός, Νίκος Δαλαμπύρας