Θέατρο Πες μου μια ιστορία

«Το σθένος των ανθρώπων σε μια σκοτεινή εποχή»

«Δεν μπορώ να σας πω μια καινούργια ιστορία. Δεν έχω λόγια. Δεν μπορώ να τα βρω. Μοιράζομαι όμως μαζί σας μια από τις 8 ιστορίες της τελευταίας μας παράστασης, σχετικά με τις ημέρες της Κατοχής στην Αθήνα, «Μάρτυρες των Αθηνών» στο Θέατρο Σταθμός», απαντά ο Μάνος Καρατζογιάννης όταν του ζητώ να μου πει μια ιστορία. Και προσθέτει: «Ανατρέχω σ’ αυτήν, την γεμάτη χιούμορ και τρυφερότητα, αφήγηση όχι για να θυμίσω τα δύσκολα αλλά για να σας μεταδώσω το σθένος των ανθρώπων σ’ αυτή την πολύ ιδιαίτερη και σκοτεινή εποχή. Η συγκεκριμένη ιστορία, αυτή του Αλέκου, είναι αποτέλεσμα μυθοπλασίας αλλά, όπως ίσως υποδηλώνει και ο τίτλος της, είναι εμπνευσμένη από πραγματικά γεγονότα της εποχής όπως τα διηγείται ο Αλέκος Σακελλάριος. Στην παράσταση, της οποίας υπέγραφα το κείμενο και τη σκηνοθεσία, την διηγούνταν μοναδικά ο νέος ηθοποιός Μάρκος Μπούγιας.

Καλή δύναμη από καρδιάς,

Μάνος Καρατζογιάννης

Αλέκος

Δεν είμαι μικρός.

Μικροδείχνω.

Γεννήθηκα…

Είτε το ήθελα είτε όχι.

Περάσαμε ωραία στην αρχή.

Ύστερα ήρθε το αστροπελέκι της Κατοχής.

Εγώ στην Κατοχή δεν έχασα τίποτα.

Δεν είχα και τίποτα δηλαδή για να χάσω.

Κιλά μόνο.

Τόσα που όταν συναντιόμαστε με το φίλο μου το Θανάση, κοιτιόμαστε και λέγαμε

«Πόσα ;» 

«Δέκα»

 «Εσύ, πόσα;» 

«Δεκαπέντε».

Τόσα κιλά είχα χάσει.

Τον κέρδιζα όμως πάντα.

Βαστούσε γερά αυτός.

Δίαιτα εξπρές εγώ.

Τρως τα πάντα με ρεβίθια.

Και στο ψωμί ακόμα…

Ρεβίθι ντάιετ που λένε κι οι σύμμαχοί μας οι Άγγλοι.

Γι’ αυτό κι εγώ δε θυμάμαι την πείνα και των γονέων που λένε.

Και των παππούδων, και των παιδιών και των γιαγιάδων θυμάμαι…

Α! Κι εκείνες τις φορές που έφαγα…

Μετρημένες, αλλά έφαγα.

Αυτή η μυρωδιά από γαλακτομπούρεκο…στην Πανεπιστημίου…

Το κοίταζα στη βιτρίνα σα να ‘τανε φράγκο.

«Έχουμε κι εμείς ελπίδα;»

«Α, δε θα κοπεί…».

«Και τι θα το κάνετε;»

«Θα πουληθεί. Έτσι ολόκληρο, με το ταψί…»

«Και πόσο θα πουληθεί;»

Μου είπε ένα ποσό απίθανων εκατομμυρίων.

Σα να ‘παιρνα αυτοκίνητο.

Πιάνω τους φίλους μου «Το και το…»

Γούρλωσαν τα μάτια τους.

Πολλά τα λεφτά…

Στο τέλος όμως αποφασίσαμε να βάλουμε ό,τι είχαμε και δεν είχαμε.

Να δανειστούμε κι από πάνω και να το πάρουμε.

Πάω μ’ ένα μάτσο εκατομμύρια και λέω στο μαγαζάτορα: «Το βλέπω!»

Ήμουνα βλέπετε και χαρτόμουτρο.

 «Που είν’ το γαλακτομπούρεκο;;;»

«Το ‘πάμε για παραγγελία στη Λέσχη!»

«Έλα, φερ’το τώρα… Πέντε πάνω – πέντε κάτω, θα τα βρούμε!»

Το βγάζω σε πλειστηριασμό: γαλακτομπούρεκο 1, γαλακτομπούρεκο 2, γαλακτομπούρεκο 3, το παίρνω το γαλακτομπούρεκο.

«Κόφτε το τώρα…»

«Δεν κόβεται τώρα ρε Αλέκο. Πρέπει να κρυώσει…»

«Βρε κόφτε το και μου ‘σπασε τη μύτη…».

Περιμέναμε λοιπόν να κρυώσει κι όσο περιμέναμε, τα μιλήσαμε-τα συμφωνήσαμε: θα τρώγαμε από δυο καλά κομμάτια και το υπόλοιπο θα το μοιράζαμε στα τέσσερα και θα το παίρναμε στα σπίτια μας.

Όταν όμως φάγαμε τα συμφωνημένα μας αποφασίσαμε ομόφωνα να φάμε και τα άλλα δύο.

Κι ύστερα και τα άλλα δύο. Και τ’ άλλα δύο.

Τόσο που μας στάθηκε εδώ. 

Κοτρόνα…

Η πείνα δεν ήρθε από τη μια στιγμή στην άλλη.

Σιγά – σιγά αρχίσανε να εξαφανίζονται τα αγαθά από την αγορά.

Όπως κι οι άνθρωποι από τους δρόμους.

Στα μπακάλικα που αδειάσανε όλα τα ράφια τους, δεν μπορούσες να βρεις παρά μόνο σκούπες, ποτάσα και λουλάκι.

Στα μανάβικα στο τσακίρ κέφι καμιά πλεξούδα σκόρδα.

Και στα χασάπικα τίποτα.

Μια μέρα ο χασάπης στη γειτονιά μας πουλούσε σπανάκι.

Βγήκανε βέβαια στην πιάτσα κι οι μαυραγορίτες.

Λάδι, τυρί, κονσέρβα στα ύψη.

Σα να ‘παιρνες σπίτι στα Καμμένα Βούρλα. 

Δίπλα στη θάλασσα. Στα ιαματικά τα νερά.

Πριν από τον πόλεμο ο γιατρός που με εξέτασε για το στομάχι μου

Μου το‘πε ξεκάθαρα: «Ξεχάστε τα όσπρια». 

Ούτε Φασόλια, ούτε φακές, ούτε ρεβίθια!

Εγώ βέβαια πια άλλο από ρεβίθι δεν έβαζα στο στόμα μου.

Κι όμως, το έλκος μου επουλώθηκε.

Ομοιοπαθητική σου λέει…

Ο Αττίκ έγραφε πως «ξέχασε το χρώμα των ματιών της…».

Εμείς ξεχάσαμε τη γεύση όλων των γνωστών φαγητών, κι αυτών που δεν ξέραμε ακόμα.

Κάποιοι από μας και τ’ονομά μας από την πείνα.

Εγώ από φόβο μην χάσω και τα λογικά μου εκτός απ’ τα κιλά μου, μου ‘πιανα κουβέντα: « Γειά σου Αλέκο; Τι κάνεις Αλέκο; Σήμερα μη φάμε βαριά Αλέκο..»

Από φόβο μην τα τινάξουμε ζητούσαμε και την τροφή, όχι επειδή πεινούσαμε πάντα…

Μια φορά στην Ομόνοια, δεν ξέρω πως έγινε, ένας κουβαλούσε τυλιγμένη μέσα σε μια εφημερίδα μια μπουκάλα λάδι, γλίστρησε κι έπεσε κάτω στην άσφαλτο και του ‘σπασε…

Κανείς μας δεν έτρεξε να τον σηκώσει.

Πέσαμε στα τέσσερα και γλείφαμε το λάδι απ’ την άσφαλτο.

Σαν τα γατιά.

Την ώρα της πιο μεγάλης πείνας μου λέει ο Θανάσης, καλή του ώρα,

«Απόψε είσαι καλεσμένος»

«Που ρε Θανάση;»

«Σε μια βίλα του Ψυχικού»

«Και τι θα κάνουμε εκεί πέρα Θανάση;»

«Θα φάμε Αλέκο!».

Εκείνη την εποχή δεν έπαιρνες πρόσκληση για φαΐ.

Και στα φιλικά σπίτια που πηγαίναμε έτσι, παίρναμε το φαγητό μαζί μας.

Μπολάκι.

«Και εμείς τι θα πάρουμε μαζί μας Θανάση;»

«Τίποτα..»

«Και τα ρεβίθια ποιος θα τα βάλει Θανάση;»

«Ποια ρεβίθια ρε Αλέκο;»

«Ε και τι θα φάμε;»

«Και του πουλιού το γάλα… Θα υπάρχει μέχρι και ψωμί»

«Ψωμί; Αληθινό ψωμί Θανάση μου;»

 «Άσπρο Αλέκο μου».

Ο οικοδεσπότης κολυμπούσε μέσα στη χρυσή λίρα κι «έσπαγε πλάκα», λέει, «με κάτι τύπους σαν κι εμάς. Μπριόζους…»

«Και που τα βρίσκει τόσα λεφτά Θανάση μου;»

«Λένε ότι συνεργάζεται με τους Γερμανούς»

«Α, όλα κι όλα, η εθνική μου φιλοτιμία δεν μου επιτρέπει να γίνω ομοτράπεζος δοσίλογων… Θα πάμε να μας κάνει το τραπέζι ένας προδότης;».

Με πιάνει όμως ο Θανάσης στο φιλότιμο. Το εθνικοαπελευθερωτικό.

Το ελληνικό. Το αναρχοαυτόνομο..

«Πάμε και τρώμε όσο πιο πολύ γίνεται. Είναι κι αυτό ένα είδος σαμποτάζ!».

Με το που φτάνουμε στη Βίλα, να σου οι οικοδεσπότες με το χαμόγελο στα χείλη.

Αυτό του μετώπου που είχαμε στα πρώτα μας…

«Περάστε από δω για ένα ντρινγκ..»

Εμένα να μου πέσουν τα μούτρα.

Όχι τόσο απ’ την ενοχή, μα απ’την πείνα…

«Θα πάρει κάτι ο κύριος;;» ο μπάτλερ.

«Σ’ εμένα μιλάτε;;»

«Ναι, σε σας»

«Ουίσκι έχετε;»

«Μάλιστα»

«Δεν είναι από ρεβίθι;»

«Ρεβίθι, όχι κύριε… Τι ουίσκι προτιμάτε;;»

Ζαλάδα η υπόθεση…

Φοβήθηκα όμως τόσο μη μεθύσω και δεν προλάβω να φάω που δεν έβαλα γουλιά στο στόμα μου.

Πήρα βέβαια ένα ουίσκι παραμάσχαλα για καμουφλάζ, κι έτρωγα ό,τι μπατόν σαλέ, φιστίκι κι αμύγδαλο υπήρχε στο μπαρ.

Και μόλις ‘βγάλαν τα φαγιά περίπατο, κόντεψε να μου ’ρθει λιποθυμιά…

Συναγρίδα με μαγιονέζα, συναγρίδα χωρίς μαγιονέζα…

Και κάθε τόσο να ‘ρχεται κι ένα κοφίνι με φραντζολάκια.

Ξεροψημένα…

Τα περισσότερα βέβαια τα ‘βαζα στην τσέπη.

Αυτό δεν ήταν σαμποτάζ, ήταν το οχυρό του Ρούπελ!

Τόσο που έφαγα από τους εχθρούς έπρεπε να με «παρασημοφορήσουν»!

Την ώρα λοιπόν της «μεγάλης παρασημοφόρησης», τη θέση της συναγρίδας παίρνει ένα γουρουνόπουλο.

Ξεροψημέμο… Με ραπανάκι στο στόμα!

Μου ‘ρχόταν να βάλω τα κλάματα γιατί καταλάβαινα ότι δεν υπήρχε πια άλλος χώρος στο στομάχι μου…

Κοίταξα τον Θανάση, θυμήθηκα τα λόγια του, κι έβαλα δυο ψαχνά στις τσέπες μου…

Κι όταν ήρθε και το γλυκό, κάτι τούρτες με σαντιγί και σοκολάτα και τα κερασάκια από πάνω..

Είπα «δεύτε τελευταίον ασπασμό!».

Μάταια προσπαθούσα να συγκρατήσω τις βιταμίνες, τις πρωτεΐνες και τους υδατάνθρακες…

Αδύνατο.

Κόντεψα να πάω σκαστός εκείνο το βράδυ.

Κι άντε μετά να πιστέψουν ότι πήγα από το πολύ φαΐ. Βρώμα η υπόθεση…

Τους χαμογελαστούς οικοδεσπότες τους εκτέλεσαν λίγους μήνες μετά οι Γερμανοί! Φιλικά το έκαναν… Ξεκαθάρισμα λογαριασμών…

 Μια άλλη φορά Χριστούγεννα, μας κάλεσε ένας ταβερνιάρης μαυραγορίτης στο κάνταρό του, κάπου στην

Γ΄ Σεπτεμβρίου.

Εγώ εν τω μεταξύ είχα χάσει άλλα δυο κιλά και φαίνεται με λυπήθηκε το μαύρο…

«Θα ‘χουμε», λέει, «κρέας»! 

Πηγαίναμε στην ταβέρνα του μαυραγορίτη διάφοροι φίλοι παρέα.

Υπήρχε πάντα κι ένας μελαγχολικός σκυλάκος, στα κιλά μου κοντά, που είχε αρνηθεί κι αυτός την κρεατοφαγία. 

Ο καημένος ο Ερμής, λαχανίδα του πέταγες, την έπιανε στον αέρα σα να ‘τανε λουκάνικο και την καταβρόχθιζε!

Κάναμε κι εμείς όμως λόγω της ημέρας γενναίο λογαριασμό.

Και μόλις ήρθε το κρέας πέφτουμε με τα μούτρα..

Με την πρώτη μπουκιά όμως σα να απογοητευτήκαμε.

Κοιταχτήκαμε με απορία…

«Ξινό δεν είναι;»

«Και σκληρό» 

«Αρνάκι» λέει αυτός.

Ο Θανάσης γύρισε κι έψαξε όλο το μαγαζί.

«Τι κοιτάς ρε;» του λέω.

«Ο Ερμής που είναι;»

«Αλήθεια που είναι ο Ερμής; Αυτός με το που άκουγε πιρούνι έπιανε στασίδι».

Ρωτήσαμε τον ταβερνιάρη. 

Τι να πει κι αυτός…

«Από χτες τον έχασα».

Οι υποψίες μας άρχισαν να παίρνουν σάρκα και οστά.

Του Ερμή συγκεκριμένα.

«Α ρε έρμε Ερμή, σήμερα έτυχε να λείπεις που υπάρχουν και κόκαλα…».

Είχαμε και εμείς τα καλαμπούρια μας.

Μαύρα σαν τη μοίρα μας, αλλά καλαμπούρια…

Ήταν κι αυτή η φωνή των διπλανών σου που σου τρύπαγε τ’ αυτιά.

«Πεινάω καλοί μου άνθρωποι…».

Τι να κάναμε κι εμείς;

Να χορέψαμε δεν μπορούσαμε.

Νηστικό αρκούδι δε χορεύει..

Το ρίχναμε στην πλάκα.

Μας είχε κυριεύσει κι αυτός ο τρόμος.

Κάθε λίγο και λιγάκι οι Γερμανοί απομονώνανε κι από μια συνοικία.

Κάνανε «μπλόκο».

Μαζεύανε είκοσι, τριάντα, πενήντα ανύποπτους ανθρώπους και τους κρατούσαν ομήρους.

Αντίποινα στα σαμποτάζ.

Είχε βγει κι η φήμη ότι πολλούς από αυτούς τους στέλνανε εργάτες σε στρατόπεδα κι ότι τους Εβραίους τους ρίχνανε σε φούρνους για να τους κάνουνε σαπούνια!

Τρελά πράγματα…

Ένα βράδυ καθόμαστε στο στέκι μας με ένα φίλο μας τον Κωστάκη.

Ο Κωστάκης ήταν που ήταν φοβιτσιάρης, μόλις άκουσε για τους φούρνους, ο φόβος του δεκαπλασιάστηκε.

Εκεί που καθόμαστε στο τραπεζάκι της ταβέρνας, μπαίνει ένας Γερμαναράς δυο μέτρα. Σα ντουλάπα τρίφυλλη.

Ο Κωστάκης παραλίγο να πάθει συγκοπή.

Ήθελε βέβαια να φύγει, αλλά φοβόταν και μην παρεξηγηθεί.

Εμείς οι άλλοι, που πιάσαμε τον φόβο του, είπαμε να τον «δουλέψουμε».

Βγήκαμε λοιπόν απ’την ταβέρνα και αποφασίσαμε να μπαίνουμε ένας  – ένας και να τον χαιρετάμε. Ότι παλιόφιλοι..

Πρώτος μπήκε ο Θανάσης:

«Γειά σου Αβραάμ! Τι γίνεται; Όλα καλά;»

Του Κωστάκη του κόπηκε η ανάσα..

«Εμένα λες Αβραάμ;;»

«Γιατί; Υπάρχει κανένας άλλος εδώ;»

Ο Κωστάκης κοίταξε έντρομος τον Γερμαναρά.

Να σου κι ο επόμενος: « Ααα, Αβρραάμ, τι νέα; Τι κάνει η Σάρα;»

«Τι Αβραάμ βρε… Κώστας λέγομαι. Κωνσταντίνος!»

Και πριν τελειώσει, μπαίνει κι ο τρίτος:

«Βρε Αβραάμ, τι κάνει ο Ισαάκ; Του πέρασε το κρυολόγημα;».

Ο Κωστάκης… να τον χαιρετάμε όλοι εγκάρδια κι αυτός να κοντεύει να μείνει στον τόπο..

Γέλια εμείς…

Δεν κρατούσαν όμως για πολύ…

 Ένα βράδυ που γυρίζαμε βλέπω στο δρόμο έναν αλαφιασμένο..

«Μπλόκο. Απόψε θα γίνει μπλόκο»

«Εσείς που μένετε; Που;»

«Στην Πλατεία Βάθης»

«Θα γίνει μπλόκο στην περιοχή σας…»

Μπλόκο-μπλόκο, κοκομπλόκο εγώ! Αρχίζω κι εγώ την τρεχάλα να ειδοποιήσω τη γειτονιά!Κι αφού τους ειδοποίησα όλους, το κόβω για του Θανάση.

Εκείνη τη μέρα δεν είχε έρθει στην ταβέρνα.

Προς Κυψέλη.

Μην πιαστώ σαν το ποντίκι μέσα στη φάκα…

Με την καρδιά στο στόμα, φτάνω στην Σπετσών, ανοίγει η μάνα του:

«Που είναι ο Θανάσης;»

«Δε σε βρήκε;»

«Που να με βρει;»

«Για το σπίτι σου ξεκίνησε…»

«Και γιατί να ξεκινήσει νυχτιάτικα για το σπίτι μου;»

«Γιατί εδώ σήμερα θα γίνει μπλόκο…».

Τέτοια φιλία είχαμε με το Θανασάκη, και τέτοια καψόνια μας κάνανε οι Γερμανοί, με τ’ άρβυλά τους και τις αρβύλες τους..

Εγώ πια να το ‘κόψω για που;

Από το πέρα – δόθε, είχα χάσει κι άλλο.

Και μπλόκο, νιξ!

 

«Πατάω ένα κουμπί…

 
Και βγαίνει μια χοντρή
 
και λέει στα παιδάκια νιξ φαΐ. (Σημ.: 
nichtsστα γερμανικά σημαίνει τίποτα)
Θα πάω να το πω
 
στον Ερυθρό Σταυρό,
 
πως είσαστε συνέταιροι κι οι δυο.
Εσύ με το ρολό,
 
που κλέβεις το χυλό
 
και κάνεις παπουτσάκια με φελλό! (Σημ. Ήταν της μόδας τότε..)
Κι εσύ κυρά ξανθιά,
 
που κλέβεις τα γλυκά
 
κι αφήνεις τα παιδάκια νηστικά.
Θα πάω να το πω
 
στον Ερυθρό Σταυρό,
 
πως είσαστε συνέταιροι κι οι δυο.
Κι εσύ ο φαφλατάς
 
τα όσπρια βουτάς
 
και νηστικό τον κόσμο τον κοιτάς.
Με πόση απονιά
 
κι εσύ ομορφονιά,
 
που κλέβεις το χαρούπι του ντουνιά.
Θα πάω να το πω
 
στον Ερυθρό Σταυρό,
 
πως είσαστε συνέταιροι κι οι δυο.
Και ντύνεστε παρά
 
και λίρες με ουρά,
 
κι ο κόσμος έχει μαύρη συμφορά.
Μα και γερμανικές
 
κονσέρβες μερικές,
 
βουτάτε με «μασιέν» αρπαχτικές.
Θα πάω να το πω
 
στον Ερυθρό Σταυρό,
 
πως είσαστε συνέταιροι κι οι δυό.»

 

Φωτογραφία εξωφύλλου: Ελίνα Γιουνανλή