Metamanias Θέατρο Συνέντευξη

Στο «Χώμα στη μπανιέρα» είδα το dna του εαυτού μου

Ηθοποιός με μοναδική ευαισθησία και σκηνική ευφυΐα, που έχει διανύσει άπειρα χιλιόμετρα στο θεατρικό σανίδι και κάθε του παράσταση αποτελεί κι ένα masterclass υποκριτικής, παραμένοντας έξω από τις «σημαντικές παρέες», τους πολιτιστικούς θεσμούς και κρατικούς φορείς τέχνης, ο Φαίδων Καστρής δεν κρύβει ότι  βρίσκεται σε μια από τις πιο δημιουργικές του εποχές. Ταυτόχρονα με τον σπαρακτικό μονόλογο της Μαρί Πιέρ, στο έργο του Νταρλέ «Την Τρίτη στο σούπερ-μάρκετ», που παρουσιάζεται με μεγάλη επιτυχία για δεύτερη χρονιά στο Show What ? της Πλατείας Μεσολογγίου στο Παγκράτι, ανεβάζει από τις 23 Οκτωβρίου στον ίδιο χώρο και σε δική του σκηνοθεσία το πρώτο και μοναδικό θεατρικό έργο που έγραψε πριν είκοσι χρόνια. Το «Χώμα στην μπανιέρα», που έκανε τότε αίσθηση και υπήρξε υποψήφιο στα βραβεία Κουν, «το έγραψα σαν ηθοποιός, καθώς δεν ένιωσα ποτέ συγγραφέας και για αυτό και δεν ξανάγραψα, παρότι μου το ζήτησαν από την τότε Πειραματική του Εθνικού Θεάτρου», αποκαλύπτει στο artplay.gr.

«Όταν το έγραψα βάδιζα στα σαράντα και περνούσα την κρίση της ηλικίας. Εκείνη την εποχή έπιανα τον εαυτό μου να κλαίω μέσα στην μπανιέρα του σπιτιού μου, χωρίς να καταλαβαίνω για ποιο λόγο. Αισθανόμουν κάπως σαν ένα σώμα – χώμα, το σώμα που είναι φθαρτό και θα τελειώσει. Ταυτόχρονα περνούσαν μπροστά μου  κομμάτια της ζωής μου από διάφορες ηλικίες και εμπειρίες. Από μια «κακοποίηση» που έτυχε και σε μένα στα παιδικά μου χρόνια, την οποία όμως ξόδεψα στο θέατρο και θεραπεύτηκα από αυτήν. Αλλά και από κοινωνικές φυλακίσεις που σε πιέζουν».

Ήταν η εποχή που ο Φαίδων Καστρής έπαιζε στον χορό της Αντιγόνης, έχοντας ήδη κάνει έναν πρώτο θεατρικό γύρο με συνεργασίες από τον Κακλέα και τον Ρήγα, έως τα θέατρα Στοά και Χώρα. «Κάποια στιγμή είπα πως ο δρόμος αυτός δεν με οδηγεί εκεί που θέλω, κι έφυγα από το Φάντασμα της Όπερας, θέλοντας να κάνω μια νέα αρχή. Ζήτησα να μπω στο χορό της Αντιγόνης της Νικαίτης Κοντούρη και της Λυδίας Κονιόρδου. Κάναμε μια παγκόσμια περιοδεία και γυρνώντας από την Αμερική, έμαθα ότι το «Χώμα στη Μπανιέρα» ήταν υποψήφιο για τα Βραβεία Κουν. Το έγραψα για να το παίξουμε με τον Γιάννη Μαυριτσάκη που ήμασταν στενοί φίλοι. Εφορμώντας από το Χώμα, ο Γιάννης άρχισε να γράφει , πάντα έγραφε βέβαια, αλλά ποτέ δεν είπε θα γίνω συγγραφέας. Αλλά έγινε».

Ένας ενήλικος λόγος σε στόμα παιδιών

Το έργο, που φαινόταν στον ηθοποιό πάντα σαν πρωτόλειο, ξεχάστηκε μέσα στα χρόνια και βγήκε στην επιφάνεια για να αναδειχθεί στον κάτω χώρο του Show What ? κάθε Δευτέρα βράδυ, με τη συμμετοχή τριών ηθοποιών που μαζί με τον Φαίδωνα, που κρατά και το ρόλο του σκηνοθέτη, γίνονται τέσσερις.

«Είναι ένα θρίλερ που σταλάζει αγάπη από παντού, με πρωταγωνιστές τέσσερα παιδιά, τέσσερα αδέλφια», τον Γιάννη (Στράτος Χατζηηλίας), τη Μαρία (Ντένη Αργυροπούλου), την Όλια (Δόμνα Ζαφειροπούλου)και τον μικρό Φωτάκη (Φαίδων Καστρής), 16, 15, 12 και 8 χρόνων αντίστοιχα.

«Εγώ παίζω τον Φωτάκη και έρχομαι από τη ζωή που δεν έζησα για να συναντήσω τα αδέλφια μου που δεν έζησαν.. έχω την ανάγκη να δω τι είναι αυτό που δεν με άφησε να ζήσω.

Πρόκειται για  την  επιστροφή στο τραύμα και την παιδική ηλικία, αφού η παιδική ηλικία είναι ένας τόπος που εξορίζεται το τραύμα.

Εάν κάποιος δε μπορέσει να γυρίσει πίσω, να ανοίξει και να θεραπεύσει την πληγή, δεν μπορεί να προχωρήσει.

Το έργο έχει μια πιντερική πινελιά καθώς δεν ξέρουμε ποιοι είναι οι ζωντανοί και  ποιοι οι νεκροί.

Κι  έτσι έχει σκηνοθετηθεί, ακουμπώντας στις αισθήσεις, την αθωότητα, την έκπληξη, τη σκληρότητα, κι αφήνοντας πίσω τη διάνοια και τη μίμηση.

Θέτει ερωτήματα όπως το εάν είναι καλύτερα να ζήσεις σαν θηρίο ή σαν ένας που δεν έζησε”.

Στην ερώτηση εάν τα τέσσερα παιδιά είναι ρόλοι ή χαρακτήρες, ο Φαίδων απαντά : «Θα έλεγα πως είναι πρόσωπα. Όλο το έργο, με έναν ενήλικο λόγο σε στόμα παιδιών, που διαδραματίζεται μέσα στο μπάνιο ενός μικροαστικού διαμερίσματος, είναι θα έλεγα μέσα σε ένα όνειρο του καθενός από τα τέσσερα παιδιά αλλά κυρίως στο μεγαλύτερο.

Δεν είναι ρόλοι ή χαρακτήρες, αλλά είναι περισσότερο εποχές, τόποι, διαδρομές. Όταν μπήκα στις πρόβες μου αποκαλύφθηκε κάτι που ούτε τότε φανταζόμουν ότι είχα γράψει. Μέσα σε αυτό το κείμενο είδα το dna του εαυτού μου, σαν να είχαν πάρει το αποτύπωμά μου ..είχε τόσες διαστρωματώσεις της  ζωής μου, όχι σε βιογραφικά στοιχεία, αλλά σε βάθος ψυχής.

Με την απόσταση των 20 χρόνων είχα τη χαρά να είναι δικό μου και ταυτόχρονα ξένο, έτσι ώστε να μπορώ να το δω ξανά και να το ερμηνεύσω χωρίς να έχω μέσα μου καμία οδηγία της εποχής που το έγραψα, παρά μόνο το κείμενο που το γνώριζα αλλά δεν υπήρχε ο μηχανισμός ο οποίος με έσπρωχνε να το γράφω και να το σκηνοθετώ.

Είναι περισσότερο ένα μικροαστικό μελόδραμα με αρκετές πινελιές χιούμορ, ευαισθησίας, δράματος.

Μια αλληγορία και κινείται στα όρια της μαύρης κωμωδίας.

Σε ένα μικροαστικό σπίτι ο μπαμπάς έχει εγκαταλείψει τη μαμά που μεγαλώνει τα παιδιά. Ο πατέρας δεν εμφανίζεται αλλά εκφράζεται μέσα από τον μεγάλο αδελφό που βρίσκεται σε μια ζωντανή διαμάχη μαζί του, για αυτό και είναι κλεισμένος στο μπάνιο και κονταροχτυπιέται ο ένας με τον άλλο και φτάνει στο τέλος να είναι ο ίδιος αυτή η πατριαρχική φιγούρα που τον σκοτώνουν και τον τρώνε τα τρία αδέλφια του..

Η γιαγιά που δεν εμφανίζεται ποτέ και μοιάζει με νυχτερίδα που πετάει από δωμάτιο σε δωμάτιο τις νύχτες, είναι η ζωή τους, γιατί όσο ζει η γιαγιά δεν θα τους βάλουν στα ιδρύματα..

Από το σημείο που τα παιδιά αποφασίζουν να θάψουν τη γιαγιά στη μπανιέρα, ξεκινά το κυρίως έργο. Είναι η στιγμή που αυτά τα παιδιά μεταμορφώνονται σε θηρία. Η ίδια η διαδικασία του χώματος στη μπανιέρα, του σώματος μέσα σε αυτήν, της γιαγιάς που αγιάζει στη μπανιέρα, είναι που τα κάνει θηρία και φτάνουν στο σημείο να λειτουργούν σαν ζωάκια , να ερωτοτροπούν μεταξύ τους, αλλά και να τρώνε τον πατέρα ..

Με αυτόν τον τρόπο το έργο θέτει ερωτήματα όπως το τι είναι καλύτερο, να ζήσεις σαν θηρίο ή σαν ένας που δεν έζησε;”

Στο έργο που έγραψε και σκηνοθέτησε ο Φαίδων Καστρής ο οποίος και πρωταγωνιστεί από κοινού με τους Στράτο Χατζηηλία, Ντένη Αργυροπούλου και Δόμνα Ζαφειροπούλου, το σκηνικό υπογράφει η  Φλώρα Φουστέρη, τους φωτισμούς, τις φωτογραφίες και τα Video ο  Σπύρος Τσακίρης, τη μουσική επιμέλεια η  Μαρία-Όλια Ντακογιάννη, τους μουσικούς αυτοσχεδιασμούς ο Στέφανος Κοζάνης, την ψιμυθίωση η  Ήρα Σ. Μαγαλιού, βοηθός σκηνοθέτη είναι ο  Βασίλης Γροντής, η παραγωγή του Show What?  και η διεύθυνση παραγωγής της  Ντορίτας Λουκίσσα.

Μάνια Ζούση