Metamanias Θέατρο

«Οι Δούλες» και το αταξικό κακό

Είναι από τις αγαπημένες παραστάσεις των θεατρικών σκηνών όλου του κόσμου. Και των ελληνικών. «Οι Δούλες» που έγραψε ο Ζαν Ζενέ, εμπνεόμενος από την αληθινή ιστορία των δύο αδελφών υπηρετριών, της  Κριστίν και της Λέα Παπέν, έκανε πρεμιέρα το 1947 στο Παρίσι. Έκτοτε παίζεται διαρκώς σε όλες τις σκηνές του κόσμου.

Στην Ελλάδα έχει ανεβεί πολλές φορές. Και είναι από τα έργα που πολλές φορές έχω δει. Και πάντα με προκαλεί να το δω, κάθε φορά θέλω να διαπιστώσω πώς το προσέγγισε ο κάθε σκηνοθέτης, κάθε φορά, ακριβώς επειδή έχει πολλά κρυμμένα μυστικά και αναζητώ πάντα την παράσταση που θα τα αγγίξει καλύτερα.

Αυτή τη χρονιά ο Τσέζαρις Γκραουζίνις αποφάσισε, μάλλον για πρώτη φορά στην Ελλάδα, να παρουσιάσει αυτό το έργο με άντρες ηθοποιούς, διαλέγοντας τρεις από τους πιο ταλαντούχους της σύγχρονης ελληνικής σκηνής: τον Δημήτρη Ημελλο, τον Κώστα Μπερικόπουλο και τον Αργύρη Ξάφη.

Στην Κεντρική Σκηνή του Θεάτρου του Νέου Κόσμου, ο Κένι Μακ Λέλαν, σταθερός συνεργάτης του Γκραουζίνις, είχε στήσει μια κρεβατοκάμαρα που απέπνεε υπερβολή, ευμάρεια, ματαιοδοξία ασφαλώς, αλλά παρέπεμπε και σε ένα νεκρικό θάλαμο, γεμάτο λουλούδια. Όλα καλυμμένα με λουλούδια ήταν: το μπουντουάρ, ο καθρέφτης, όλα.

Πρώτα εμφανίζονται η Κλαίρ (Αργύρης Ξάφης) και η Σολάνζ (Δημήτρης Ημελλος), οι δύο αδελφές, οι υπηρέτριες, οι δούλες. Είναι φανερό ότι παίζουν ένα παιχνίδι. Η μία υποδύεται την κυρία και η άλλη τη δούλα. Η μία χρησιμοποιεί τα λόγια της Κυρίας και η άλλη υπερβάλλει στην υποταγή της δούλας. Στόχος τους είναι να φτάσουν στο φόνο της Κυρίας, αυτό που φαντασιώνονται, αυτό που ονειρεύονται. Ταυτοχρόνως, είναι φανερός και ένας ερωτισμός ανάμεσά τους, όπου το ισχυρό στοιχείο αυτής της σχέσης μετατοπίζεται κάθε τόσο. Αν και την περίεργη, την αλλόκοτη «ήρεμη δύναμη» η Σολάνζ την είχε. Η Κλαίρ ήταν η παρορμητική, η εξωστρεφής, η ανυπόμονη. Οι δύο τους αποτελούν ένα σφιχτό πλήρες σύμπαν, με τις συγκρούσεις, με την απόλυτη εξάρτηση, με τις φαντασιώσεις, με τις ελπίδες, με το μίσος, με τις φοβίες τους. Κυρίως αυτές.

Σ’ αυτή την πρώτη φάση, που η Κυρία λείπει, και ο σύζυγός της βρίσκεται στη φυλακή, εξαιτίας των ανώνυμων επιστολών που η Κλαίρ έστειλε στην αστυνομία, οι δούλες παριστάνουν την Κυρία, οι άντρες παριστάνουν τις γυναίκες, οι αδύναμοι παριστάνουν τους δυνατούς και φαντασιώνονται μιαν άλλη ζωή. Θέατρο εντός θεάτρου, ασφαλέστατα. Υποδύονται ότι μιλούν τη γλώσσα των αστών, μιλάνε τη γλώσσα της υποταγής, αλλά και τη γλώσσα των ανδρών όταν θυμώνουν. Κι αυτό ήταν ένα σημείο που ομολογώ ότι με ξένισε στη μετάφραση της Έλσας Ανδριανού, όταν σε μερικά τέτοια σημεία, μιλούσαν θυμωμένα με μια σημερινή γλώσσα των ανδρών. Ηθελημένα; Ρωτώντας κάποιους από τους συντελεστές, μετά την παράσταση, μου είπαν ότι ήταν η ακριβής μετάφραση.

Και κάποια στιγμή η Κυρία φτάνει. Ο Κώστας Μπερικόπουλος, μέσα σε μια σμαραγδί τουαλέτα με άνοιγμα μπροστά και δαντελένια μανίκια, είναι η Κυρία: αγέρωχη, πλήρης, ναρκισσίστρια, υποκρίτρια, υστερική, ασταθής συναισθηματικά. Στο μικρό του πέρασμα, τόσο εμφανίζεται η Κυρία στο έργο του Ζενέ, ο Κώστας Μπερικόπουλος έδωσε γλαφυρά τις αποχρώσεις της Κυρίας, μιας κενής και ματαιόδοξης μεγαλοαστής και ταυτοχρόνως την απελπισία των υπηρετριών που προσπαθούν ματαίως να την ποτίσουν με το δηλητηριασμένο τσάι, που δεν πίνει ποτέ η Κυρία…

Στην τελευταία πράξη οι δύο Δούλες, ο Ζενέ στην πραγματικότητα, αλληλοεξοντώνονται, ενώ φαντασιώνονται ότι την Κυρία σκοτώνουν και πάλι. Αλλά σ’ αυτό το τελευταίο μέρος κυριαρχεί το δικό τους μίσος, η δική τους αγανάκτηση. Γιατί το διαφορετικό που έφερε ο Τσέζαρις Γκραουζίνις σ’ αυτή την παράσταση είναι ότι το κακό, το μίσος, η βία, η διαστροφή, η επιθετικότητα, είναι συμπεριφορές, διαθέσεις, συναισθήματα διαταξικά. Το κακό είναι αταξικό. Αυτό είναι το καινούργιο που έφερε ο Γκραουζίνις στις «Δούλες» του.

Στον τελευταίο της μονόλογο η Σολάνζ (Δημήτρης Ήμελλος), με τη βοήθεια των έξοχων φωτισμών του Αλέκου Γιάνναρου, και λίγο πριν δώσει στην Κλαιρ να πιει το δηλητηριασμένο τσάι, μου θύμισε το παραλήρημα του Χίτλερ, το απόλυτο κακό δηλαδή! Και ήταν αυτή η σκηνή το αποκορύφωμα της ερμηνείας του Δημήτρη Ήμελλου, που σε όλη την παράσταση αποδίδει με μοναδικό τρόπο τη Σολάνζ. Και τα βλέφαρά του παίζουν. Κι εκείνα ερμηνεύουν.

Ο Αργύρης Ξάφης, που είχε τον πιο μεγάλο κειμενικά ρόλο, ήταν η πιο «ευάλωτη» από τις «Δούλες», η πιο διστακτική, η πιο δειλή, γεννημένη για να υπηρετεί τους δυνατούς. Έμπειρος ηθοποιός, έδειξε όλες τις αποχρώσεις, παρότι πιστεύω ότι σε κάποιες στιγμές απέδωσε με παραπανίσια υπερβολή το ρόλο του.

Να μην ξεχάσω τη συμβολή της μουσικής επιμέλειας του επίσης Λιθουανού Μαρτύνας Μπιαλομπζέσκις, που υπογράμμισε όπως έπρεπε τις εντάσεις, τις σιωπές και τα αδιέξοδα των τριών πρωταγωνιστών, μ’ έναν μπαρόκ τρόπο.

Κατόπιν όλων αυτών των επεξηγήσεων, νομίζω ότι αυτές οι «Δούλες» του Τσέζαρις Γκραουζίνις, ήταν η καλύτερη σκηνική παρουσίαση του έργου που έχω δει σε ελληνική σκηνή (και ασφαλώς δεν τις έχω δει όλες, και δυστυχώς δεν είδα εκείνην του Λευτέρη Βογιατζή). Έδωσε το κείμενο με αμεσότητα και γλαφυρότητα, μας κάλεσε να δούμε τις μεταμφιέσεις του κειμένου και των υπαινιγμών του Ζενέ, μας άφησε να δούμε και άλλα που κρύβει αυτό το κείμενο. Με τρεις θαυμάσιους πρωταγωνιστές. Και χωρίς να πέφτει στην παγίδα του μανιχαϊσμού των κατατρεγμένων υπηρετών και των κακών αφεντικών.

ΟΛΓΑ ΣΕΛΛΑ

Φωτογραφίες: Δομνίκη Μητροπούλου