Εικαστικά Θέατρο Κινηματογράφος Χορός

Ο «ξαφνικός θάνατος» του Πολιτισμού

Ο εορτασμός της φετινής Εργατικής Πρωτομαγιάς μόνο συμβολικός δεν είναι.  Έρχεται τυφώνας στις εργασιακές σχέσεις με αφορμή – και άλλοθι, θα μου επιτρέψετε να πω – την πανδημία. Θα μας πλήξει όλους. Όσοι αισθάνονται ασφαλείς ακόμα, πλανώνται πλάνην οικτράν. Το πράγμα είναι μία αλυσίδα. Κανείς δεν θα μείνει ανεπηρέαστος. Υπάρχουν βέβαια κλάδοι που αντιμετωπίζουν αυτό που λέμε «ξαφνικό θάνατο». Όπως ο κλάδος του Πολιτισμού, στον οποίο εργάζομαι και θέλω να επισημάνω κάποια πράγματα.

Στο διάγγελμά του την Τρίτη ο Μητσοτάκης είπε, σαν να βρισκόταν στο καφενείο, ότι «θεωρεί απίθανο να γίνουν το καλοκαίρι συναυλίες και φεστιβάλ». Αυτό αυτομάτως καταδικάζει στην ανεργία όλους όσους εργάζονται στον τομέα του πολιτισμού, που δεν είναι μόνο ηθοποιοί, τραγουδιστές και μουσικοί, αλλά κι ένα μεγάλο αόρατο πλήθος ανθρώπων που δουλεύει στα μετόπισθεν για να γίνει πραγματικότητα μία παράσταση, μια συναυλία, μία κινηματογραφική ταινία, μία τηλεοπτική σειρά και οποιοδήποτε άλλο πολιτιστικό προϊόν. Μιλάμε για πάρα πολύ κόσμο και πάρα πολλές ειδικότητες.

Εν τω μεταξύ το Υπουργείο Πολιτισμού είναι ουσιαστικά απών. Κάποια αόριστα μόνο δελτία τύπου «σε στυλ να μην ξεχνιόμαστε» που λένε ότι ακόμα δεν συνεννοήθηκαν με τους ειδικούς λοιμοξιολόγους (όλα είναι ζήτημα προτεραιοτήτων) και προσεχώς θα ανακοινωθούν μέτρα. Τα οποία μέτρα, κατά πάσα πιθανότητα, θα ορίζουν τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούμε να βλέπουμε μία θεατρική ή μουσική παράσταση το καλοκαίρι (περιορισμός στα άτομα, αποστάσεις ασφαλείας κ.τ.λ.)

Ποιος όμως ιδιώτης παραγωγός θα τολμήσει να βάλει λεφτά, όταν ξέρει ότι με τους παραπάνω περιορισμούς και τον γενικότερο φόβο που υπάρχει δεν πρόκειται να τα πάρει πίσω ούτε φυσικά να έχει κέρδος; Κανείς, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων που θα αποτολμήσουν πολύ μικρές παραγωγές χωρίς μεγάλο ρίσκο. Άρα όλο το βάρος πέφτει στους κρατικούς θεσμούς, όπως το Φεστιβάλ Αθηνών, το Εθνικό Θέατρο, το ΚΘΒΕ, ίσως κάποιους Δήμους. Αυτοί υπάρχει πιθανότητα να πραγματοποιήσουν κάποιες από τις παραγωγές τους παρά την δεδομένη οικονομική ζημιά. Όμως ακόμα κι αν πραγματοποιηθούν οι εν λόγω παραγωγές, ελλείψει περιοδειών και ιδιωτικών παραγωγών είναι πάρα πολύς ο κόσμος που θα μείνει άνεργος. Όχι μόνο το καλοκαίρι, αλλά και τον ερχόμενο χειμώνα που λόγω νέου κύματος κορονοϊού είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν θα ανοίξουν τα θέατρα και οι μουσικές σκηνές.

Επομένως μιλάμε για έναν ολόκληρο χρόνο ανεργίας. Για έναν κόσμο, που το ξαναλέω, είναι πολύς, περιλαμβάνει πολλές ειδικότητες και δεν έχει οικονομική ευρωστία. Τι κάνει γι’ αυτόν τον κόσμο το Υπουργείο Πολιτισμού; Προς το παρόν (και μάλλον και προς το μέλλον), τίποτα. Θα δοθεί κάποιο επίδομα για τους επόμενους 7 -8 μήνες; Άγνωστο (μάλλον όχι). Κι αν ναι, με ποια κριτήρια σε μία αγορά εργασίας που, εξαιτίας διαφόρων παθογενειών που το ίδιο το Υπουργείο κάνει ότι δεν βλέπει (ουσιαστικά τις θρέφει), οι περισσότεροι δουλεύουν είτε μαύρα, είτε με ένσημα της μίας ώρας, είτε με αποδείξεις δαπάνης, είτε με μπλοκάκια (των οποίων οι ΚΑΔ ακόμα δεν έχουν πάρει τα 800 ευρώ);

Όσοι πήραν το αρχικό επίδομα ήταν αυτοί οι λίγοι τυχεροί που είχαν πρόσληψη σε παραγωγές που έτρεχαν την περίοδο προ καραντίνας και σταμάτησαν με απόφαση της κυβέρνησης. Οι υπόλοιποι; Θα αφεθούν στην τύχη τους; Ξεκάθαρα ναι. Αυτή είναι η πρόθεση της κυβέρνησης.  Ας μην γελιόμαστε. Και θα αλλάξει μόνο αν η αντίδραση είναι κάτι παραπάνω από δυναμική.

Τις μέρες λοιπόν αυτές υπάρχει μεγάλη κινητικότητα όσον αφορά την αυτοοργάνωση των ανθρώπων του πολιτισμού με στόχο την άσκηση πίεσης στο Υπουργείο Πολιτισμού για τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων οικονομικής προστασίας των εργαζομένων. Πιστεύω ακράδαντα ότι, παρά τις όποιες συλλογικότητες που γεννιούνται στα social media και είναι ομολογουμένως χρήσιμες λειτουργώντας σαν δεξαμενές σκέψης και προβληματισμού, πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτόν τον αγώνα πρέπει να παίξουν τα ήδη υπάρχοντα Σωματεία με την υποστήριξη όλων μας. Με αυτά θα διαβουλευθεί η Πολιτεία, γιατί αυτά είναι οι θεσμικοί μας εκπρόσωποι. Ανεξαρτήτως των όποιων διαφωνιών μας νομίζω ότι αυτή την οριακή στιγμή όλοι αντιλαμβανόμαστε την αξία ύπαρξης ενός δυναμικού σωματείου που θα υπερασπιστεί τα εργασιακά δικαιώματα των μελών του. Ας οργανωθούμε, ας τα στηρίξουμε, ας αλλάξουμε τις ηγεσίες τους αν αυτό κριθεί απαραίτητο από την πλειοψηφία προκειμένου να μας εκφράζουν καλύτερα, αλλά η συνεχής απαξίωσή τους δεν μας ωφελεί. Μας αφήνει ανοχύρωτους.

Με τα Σωματεία λοιπόν μπροστά οι εργαζόμενοι του Πολιτισμού οφείλουν να διεκδικήσουν όχι απλά ένα έκτακτο ή εποχικό βοήθημα (το οποίο αυτή τη στιγμή βέβαια είναι απολύτως απαραίτητο να δοθεί), αλλά πάνω απ’ όλα επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Εδώ και δέκα χρόνια ο χώρος του πολιτισμού δεν έχει κλαδικές συμβάσεις. Ο κάθε εργοδότης αμείβει κατά το δοκούν και ο εργαζόμενος το δέχεται ή δεν το δέχεται. Αυτό ουσιαστικά οδήγησε τα εκάστοτε επαγγέλματα του πολιτισμού στο να γίνουν χόμπι, ανάλογα πάντα με την προσφορά και τη ζήτηση.

Αν δεν επανέλθουν οι συλλογικές συμβάσεις, όταν θα περάσει ο κορονοϊός και η κρίση, θα επιστρέψουμε στο εργασιακό χάος. Είναι μία ευκαιρία να ανοίξει τώρα η συζήτηση. Θα μου πείτε, συλλογική σύμβαση με τρίμηνη ή εξάμηνη διάρκεια όπως υπήρχε παλιά (στο θέατρο τουλάχιστον) σημαίνει πολλαπλάσιο κόστος για τον εργοδότη, που λογικά θα οδηγήσει σε λιγότερες παραγωγές. Ας είναι. Δεν χρειαζόμαστε, κατά τη γνώμη μου, 1000 παραστάσεις τη σεζόν. Ας είναι 100, αλλά αυτές οι 100 να πληρώνουν τους εργαζομένους τους αξιοπρεπώς με βάση συγκεκριμένους κανόνες. Φυσικά πρέπει να διατηρηθεί και ο θεσμός των κρατικών επιχορηγήσεων, που θα λειτουργήσει υποστηρικτικά.

Τέλος, θέλω κι εγώ να ενώσω τη φωνή μου με όσους ζητάνε να σταματήσει άμεσα αυτή η αλόγιστη online προσφορά της τέχνης ελέω καραντίνας (που επιτέλους τέλειωσε, αλλά μπορεί να επανέλθει). Την απαξιώνει και περνάει και εντελώς λάθος μήνυμα. Η τέχνη πρέπει να προσφέρεται δωρεάν μόνο εφόσον αυτοί που την παράγουν πληρώνονται κανονικά. Οι εργαζόμενοι στον Πολιτισμό είναι επαγγελματίες και πρέπει να αμείβονται για τη δουλειά τους.       

Δημήτρης Χαλιώτης

Ο Δημήτρης Χαλιώτης είναι απόφοιτος του τμήματος Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού του Παντείου Πανεπιστημίου. Εργάζεται ως δημοσιογράφος του πολιτιστικού ρεπορτάζ, υπεύθυνος επικοινωνίας σε θέατρα και κειμενογράφος σε θεατρικές και μουσικές παραστάσεις.