Metamanias Θέατρο Το ημερολόγιο του φεστιβάλ

Η «Πόλη», οι δονήσεις και το τέλος μιας ειδυλλιακής εποχής

Όσοι βρεθήκαμε το βράδυ της περασμένης Κυριακής στην Πειραιώς 260 και στο Φεστιβάλ Αθηνών, είχαμε μια παραπάνω αδημονία γι’ αυτό που θα βλέπαμε. Γιατί ήταν ένα έργο που κουβαλούσε το βάρος της δημιουργού του και γιατί είναι από τις πρώτες σκηνικές παρουσιάσεις έργων της μετά το θάνατο της Λούλας Αναγνωστάκη. Οσο ζούσε, ακόμα κι όταν δεν έβγαινε πια από το σπίτι, είχε εικόνα για τα έργα της και τα ανεβάσματά τους. Αρκετοί πήγαιναν στο σπίτι της και έκαναν μια πριβέ παρουσίαση στο σαλόνι της, εκεί στην οδό Καψάλη, στο Κολωνάκι.

Αυτή τη φορά ο σκηνοθέτης Γιάννης Μόσχος αναμετρήθηκε μόνος του με ένα από τα τρία πρώτα της μονόπρακτα, την «Πόλη», που έδωσε και τον τίτλο στην ενότητα των τριών κειμένων και ανέδειξε αμέσως το ιδιαίτερο εκτόπισμά της στο νεοελληνικό θεατρικό έργο. (Τα άλλα δύο είναι «Η διανυκτέρευση» και «Η παρέλαση» -αυτό που κυρίως παρουσιάζεται στις θεατρικές σκηνές).

Μια επικοινωνία με τις μνήμες της, με τον γενέθλιο τόπο της, τη Θεσσαλονίκη, με το απάγκιο που ο καθένας αναζητεί, με τα μεταπολεμικά και τα μετεμφυλιακά τραύματα που διακρίνονταν καθαρά στην Ελλάδα της αντιπαροχής αλλά και της δημιουργίας στη δεκαετία του ’60, μια επικοινωνία με τα διεθνή δημιουργικά ρεύματα ήταν αυτά τα τρία  μονόπρακτα. Μια συνομιλία με το θέατρο του παραλόγου, μια συνομιλία με υπαρξιακές αναζητήσεις (τοτινές, σημερινές, παντοτινές).

Την «Πόλη» την είχα δει (μαζί με τα άλλα δύο μονόπρακτα) πάλι στο Φεστιβάλ Αθηνών, πριν από ελάχιστα χρόνια, σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Χατζή.

Στον Χώρο Β η Τίνα Τζόκα είχε στήσει ένα ανισόπεδο σκηνικό, με ορθογώνια γκρίζα κουτιά -που θα μπορούσαν να παραπέμπουν και σε τάφους αλλά και σε μια σκηνική αποτύπωση της δύσκολης αυτής συγκατοίκησης, το «κηπάριο» πάντως ήταν απολύτως σαν τάφος φυτεμένος με λουλούδια. Ενας καναπές, μια φωτισμένη μπάλα, μια μπερζέρα και ένα επιδαπέδιο αμπαζούρ ήταν τα αντικείμενα.  Μια κεραία τηλεόρασης στη μέση του πουθενά και μερικές αναμονές για πανωσήκωμα, καταμεσής στο σαλόνι (από τα πιο εύστοχα στοιχεία του σκηνικού)!  Α, και μια κουκουβάγια-παιχνίδι, που έπαιξε τον δικό της κρυπτικό ρόλο στην παράσταση. Ενας υπόκωφος θόρυβος επαναλαμβάνεται κάθε τόσο. Ενας άνδρας (Μιχάλης Συριόπουλος) κάθεται στην μπερζέρα. Στις οθόνες, στο βάθος της σκηνής βλέπουμε τις λεπτομέρεις των κινήσεων ενός ανθρώπου που τίποτα δεν κάνει, ενός ανθρώπου που απλώς κάθεται: σκουπίζει τα γυαλιά του, χτυπάει στο έδαφος πότε το ένα πότε το άλλο τακούνι του…

Ακούγονται βήματα και μπαίνει στο σπίτι μια γυναίκα (Λουκία Μιχαλοπούλου). Είναι το σπίτι της, ζει μαζί μ’ αυτόν τον άνδρα σ’ αυτό το σπίτι. Ξεκινάει ένας διάλογος που δηλώνει αμέσως μια περίεργη σχέση ανάμεσα σ’ αυτούς τους δύο. Η γυναίκα έχει περπατήσει στην πόλη, του αφηγείται τη διαδρομή της, όσους συνάντησε από τα παλιά… Ο άντρας την ακούει συγκαταβατικά, πού και πού σχολιάζει, στο όριο της ειρωνείας ή της παρατήρησης. Στις οθόνες υπογραμμίζονται οι αμήχανες, αδέξιες, άσκοπες κινήσεις των δακτύλων τους. Και τότε αρχίζουν οι… δονήσεις! Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Ο Γιάννης Μόσχος επέλεξε να ταρακουνά και τους θεατές στις θέσεις τους, κάθε φορά που μπαίναμε λίγο πιο μέσα στο αλλοπρόσαλλο σύμπαν αυτών των δύο ανθρώπων, μέχρι που προστέθηκε κι ένας τρίτος. Ενας ακόμη τυχαίος, καθημερινός επισκέπτης, συμπαίκτης -ερήμην του- στο δικό τους παιχνίδι επιβίωσης. Ο φωτογράφος της γειτονιάς (Θέμης Πάνου) είναι ο αφελής άνθρωπος, μόνος κι αυτός, όπως μόνοι και οι άλλοι δύο που ζουν μαζί, και όλοι μαζί βασανίζονται από τα δεσμά τους, τα πραγματικά ή τα ψυχολογικά. Και το παιχνίδι συνεχιζόταν. Και οι ανατροπές ήταν διαρκείς. Και οι δονήσεις διαδέχονταν η μία την άλλη, και στη σκηνή και την πλατεία.

Για 55 λεπτά γίναμε μάρτυρες μιας ευτυχούς συνάντησης: ενός κειμένου που παρότι μετράει 53 χρόνια ζωής ήταν τόσο φρέσκο, τόσο εύστοχο, τόσο βαθύ και τόσο διαχρονικό σαν να γράφτηκε μόλις προχθές και μιας σκηνοθεσίας που φώτισε ευθύβολα το σύμπαν και τις αναζητήσεις της Λούλας Αναγνωστάκη, δίνοντας έναν αέρα σύγχρονο και μαζί ουσιαστικό. Θα μπορούσα ίσως να παρατηρήσω ότι η έμφαση δόθηκε περισσότερο στο υπαρξιακό και στο ψυχολογικό -ενδεχομένως σε κάποιες στιγμές να χαρακτηριζόταν και σαν υπαρξιακό θρίλερ-  αφήνοντας μόνο σαν νύξεις τα κομμάτια της ιστορίας που θίγει -υπαινικτικά έτσι κι αλλιώς- η Αναγνωστάκη. Ενα κείμενο που το σκέφτεσαι πολύ και μετά την παράσταση -πολλές πτυχές του, πολλές «λεπτομέρειές» του, ιδίως εκείνες τις φωτογραφίες των «αυτόχειρων», στις οποίες έχει γίνει «ειδικός» εκείνος ο φωτογράφος μας. Η Λούλα Αναγνωστάκη επισημαίνει με τον πιο συγκλονιστικό τρόπο, ότι μετά από έναν Παγκόσμιο Πόλεμο και από έναν Εμφύλιο, η πιο εύκολα ανασυρόμενη εικόνα είναι αυτή του θανάτου και ότι η εποχή της ειδυλλιακής φωτογραφίας έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Οι ειδυλλιακές εποχές γενικά…

Ο Γιάννης Μόσχος είχε κι αυτή τη φορά τρεις καλούς ηθοποιούς στη διάθεσή του, που απέδωσαν τη διαχρονία του κειμένου και των χαρακτήρων, παρ’ όλα αυτά η έμφαση (ή τουλάχιστον η προφανής έμφαση) δεν ήταν οι ερμηνείες. Ηταν το κείμενο και το διαχρονικό σύμπαν του, ήταν το όλο σκηνικό, μαζί με τις λεπτομέρειες στις οθόνες, μαζί με την κουκουβάγια ασφαλώς. Κυρίως ήταν το κείμενο, και η συνάντησή του, η σκηνοθετική, με τη ματιά της διαχρονίας.

Θερμό χειροκρότημα είχε η πρώτη παράσταση (και οι υπόλοιπες όπως έμαθα). Στο προαύλιο της Πειραιώς 260, πριν βγουν οι συντελεστές της παράστασης πλησιάσαμε πολλοί την Ρένη Πιττακή, που μας θύμισε την πρώτη παράσταση του έργου, στο Θέατρο Τέχνης, με τη Μάγια Λυμπεροπούλου και τον Γιώργο Λαζάνη. Ανταλλάξαμε απόψεις με πολλούς. Λέγαμε πόσο πολύ συγγενεύει με τον Πίντερ. Αλλοι έλεγαν ότι τους θύμησε τον «Εραστή», άλλοι ότι τους θύμισε το «Τέφρα και σκιά», άλλοι το παραλλήλισαν με το «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ» του Εντουαρντ Αλμπι. Πριν έρθει στην Ελλάδα το θέατρο του Πίντερ και του Αλμπι. Τότε έγραψε το έργο η Λούλα Αναγνωστάκη!

Και πολλοί έλεγαν ότι αυτή είναι μια παράσταση που θα μπορούσε να εκπροσωπήσει τη χώρα σε φεστιβάλ και διοργανώσεις του εξωτερικού, σαν σύγχρονη παράσταση με νεοελληνικό θεατρικό κείμενο.

Συμπέρασμα: Οπωσδήποτε ήταν από τις πολύ ενδιαφέρουσες, μέχρι τώρα, στιγμές του Φεστιβάλ Αθηνών στο ελληνικό κομμάτι τουλάχιστον. Θα ήταν κρίμα πάντως να σταματήσει η διαδρομή της σ’ αυτό το τριήμερο, έστω και με δύο έξτρα παραστάσεις. Θα είχε ενδιαφέρον να τη δουν περισσότεροι το χειμώνα. Νομίζω ότι ο Γιάννης Μόσχος ήδη κάτι ψάχνει. Και ίσως τότε όλοι να καταλάβουμε αυτό που σε κανέναν δεν είπε ο σκηνοθέτης της παράστασης: τον ρόλο της κουκουβάγιας.

ΟΛΓΑ ΣΕΛΛΑ

Φωτογραφίες: Εύη Φυλακτού