featured Θέατρο Κριτική

Η πληγή της μνήμης γίνεται καθοδήγηση και δρόμος

«Είναι κοινοτοπία να αναφέρει κανείς πως ο Μπέκετ ανανοηματοδοτεί την έννοια του τραγικού, δημιουργεί μια νέα γλώσσα για να εκφραστεί το τραγικό του σύγχρονου ανθρώπου. Αλλά έτσι έχουν τα πράγματα και αυτό είναι το κλειδί για να καταλάβει κανείς το έργο του και τη σημασία που έχει αυτό, τις ανατροπές που προκάλεσε στη δραματουργία της εποχής μας», γράφει η Μαρώ Τριανταφύλλου που μετά από χρόνια στην θεατρική κριτική της εφημερίδας «Εποχή», μέσα από τη στήλη «Θεατής», εγκαινιάζει μια νέα συνεργασία με το artplay.gr,  μιλώντας για παραστάσεις, για ζητήματα του θεάτρου που απασχολούν, βιβλία που σχετίζονται ευθέως ή εμμέσως με το θέατρο και συζητήσεις με πρόσωπα της θεατρικής τέχνης από την Ελλάδα και το εξωτερικό.

Η αρχή γίνεται με την παράσταση «Περιμένοντας τον Γκοντό» του Μπέκετ που παρουσιάζει η Ομάδα Σημείο Μηδέν σε σκηνοθεσία Σάββα Στρούμπου:

«Ο Μπέκετ έσκυψε με συνέπεια μέσα στην ψυχή του σύγχρονου ανθρώπου, αποκάλυψε τις αντιφάσεις, είδε την σκληρή συναίρεση του κωμικού και του τραγικού, είδε την αναίρεση, την ματαίωση, την υποκρισία,  είδε το κενό, την ερημία, την ανασφάλεια, και είδε επίσης –αν όχι κυρίως- το γελοίο.

Η σκηνική  γύμνια των έργων του Μπέκετ αναδίδει την αφασία και το γελοίο ως υπαρξιακή συνθήκη  πάνω και μέσα στο οποίο αρθρώνεται ο λόγος που θα εκφράσει με την ιδιότυπη ειρωνεία του το δράμα του σύγχρονου ανθρώπου: ποιος είμαι; τι θυμάμαι;  πού πηγαίνω; τι υπάρχει πέρα από μένα;

Το σύνολο της μπεκετικής προβληματικής ενυπάρχει στο εμβληματικό «Περιμένοντας τον Γκοντό». Όλο το έργο εγκυστώνεται στο διαρκές της χρονικής ροής που δημιουργεί η μετοχή «Περιμένοντας», στην ατελεύτητη αναμονή που είναι παθητική, αναβλητική, φορτισμένη με δικαιολογία αδράνειας, μ’ ένα λόγο κενή.  Ο Γκοντό είναι πραγματικός; Είναι ανθρώπινο ον; Είναι το όνομα του Θεού; Το όνομα επίσης ενός ανθρώπινου «θεού» που θα αναλάβει τα παιδιά του και θα τα οδηγήσει στη λύση; Είχε στο νου του την ανάθεση ο Μπέκετ; –οι κλοουνίστικες φιγούρες του Βλαντιμίρ και του Εστραγκόν θυμίζουν κάποτε φοβισμένα παιδιά που παίζουν τους μεγάλους. Και αυτή η αέναη επανάληψη της αναμονής; – που δεν είναι ακριβώς επανάληψη αλλά μια ελαφρά αναδιάταξη της κατάστασης κάθε φορά, ένα παιχνίδι πιθανοτήτων στην δημιουργία της επόμενης μέρας, κάτι σαν παραλλαγές σ’ ένα θέμα. Ο συγγραφέας (και ορθώς) δεν έδωσε κανένα κλειδί. Το έργο είναι συγκλονιστικό ακριβώς γι’ αυτό. Αποτελεί ένα ιδιότυπο καθρέφτη του κόσμου, όποιος ασχοληθεί μαζί του, θα δει το είδωλό του και  από εκεί θα εκκινήσει για να το ερμηνεύσει.

Ομολογουμένως ο τρόπος που διάβασε το έργο ο Σάββας Στρούμπος ήταν μια ευχάριστη έκπληξη. Επανήλθε  στους δρόμους μιας προβληματικής που έγινε πολύ φανερή ιδίως από  τον «Βόυτσεκ» (2013) και μετά: η αναζήτηση του ανθρώπινου, του ουσιαστικώς ανθρώπινου, που αναδύεται μέσα από τις μεγάλες εσωτερικές συγκρούσεις με το φόβο, τη συνήθεια, το διαφορετικό, κυρίως με τις δύσκολες δυνατότητες της ελευθερίας και των υπευθυνοτήτων που απορρέουν από την ενηλικότητα της ψυχής.

Είναι η ώρα που ο άνθρωπος δεν έχει δικαίωμα στη λήθη και η πληγή της μνήμης γίνεται καθοδήγηση και δρόμος, που το πολιτικό παίρνει την θέση που του αρμόζει, όχι πια μια αναμέτρηση με την έννοια της εξουσίας αλλά μια γόνιμη και αναγκαία υπαρξιακή συνθήκη. Μετέτρεψε την αναμονή από αδυναμία και παραίτηση,  σε επιθυμία ζωής –δεν είναι τυχαία η σταθερή αναφορά του σκηνοθέτη στον «απέθαντο πόθο ζωής» του Μπαντιού. Διεμβόλισε το τραγικό με το κωμικό και vice versa φτιάχνοντας μια διαλεκτική ενότητα τραγικωμικού που αφήνει να αναδυθεί η αγωνία του ανθρώπου και οι αστοχίες του.

Παράλληλα, έψαξε εξονυχιστικά τη σχέση εξουσιαστή – εξουσιαζόμενου για να προβάλει το αίτημα της «χειραφέτησης» -όρος που ο Στρούμπος αγαπά ιδιαίτερα και χρησιμοποιεί συχνά σε κείμενα και συνεντεύξεις του.

Σε μια σκηνή άδεια –κατά πώς το θέλει και το ίδιο το κείμενο-  δεσπόζει ένα μεταλλικό δέντρο φτιαγμένο από διαπλεκόμενα άγκιστρα, που ο μεταλλικός ήχος του, καθώς οι ηθοποιοί το σπρώχνουν  για τις ανάγκες του έργου, θυμίζει ανατριχιαστικά τον ήχο του πολέμου. Από κει και πέρα το φως σκηνογραφεί (αριστουργηματικοί φωτισμοί από τον μόνιμο φωτιστή της Ομάδας, Κώστα Μπεθάνη, με εντάσεις και σκιάσεις τέτοιες που να συνοδεύουν καθοδηγητικά τις καταβυθίσεις των μπεκετικών ηρώων).

Σκηνικός χώρος δεν είναι πια η σκηνή αλλά τα σώματα των ηθοποιών που καθένα τους στήνει μια διακριτή παράσταση σε απόλυτο συντονισμό και απόκριση με τον άλλον, φτάνοντας στο τελικό σφιχτό και μεστό βιωμένου νοήματος σύνολο. Έτσι η σύγχρονη πραγματικότητα εισβάλλει στην παράσταση χωρίς να φωνασκεί και να ακκίζεται. Το έργο έχει τοποθετηθεί στους καιρούς μας και ο σκηνοθέτης το διαβάζει μέσα από τις ανάγκες των καιρών μας, τα δικά τους ερωτήματα- και τις απαντήσεις που περιμένουν. Με την παράσταση αυτή, η ομάδα «Σημείο Μηδέν» ανανεώνει την οπτική μας πάνω στον Μπέκετ και δημιουργεί νέα σημεία εστίασης της ανάλυσής του.

Οι δυο παλιότερες συνεργάτιδες του Στρούμπου, η Έλλη Ιγγλίζ και η Έβελιν Ασσουάντ επωμίστηκαν τις δύσκολους ρόλους του Ποτζό και του Λάκυ. Βαθύτατες γνώστριες του σωματικού θεάτρου μετέτρεψαν το σώμα τους σε πλαστικό τοπίο ήχων και χειρονομιών μέσα από τα οποία αναδύθηκε η σκοτεινιά και ο εφιάλτης, η απανθρωπιά τις εξουσίας και η πτώση. Ο Κωνσταντίνος Γώγουλος  απέδωσε τον Εστραγκόν  άγρια και οδυνηρά, σαν παιδί που αναζητά το χαμένο του παιχνίδι και το χέρι που του το χάρισε.  Ο Χρήστος Κοντογιώργης (που αντικατέστησε τον Δαυίδ Μαλτέζε, κατορθώνοντας μια ερμηνεία που δεν θυμίζει σε τίποτε τον χαρισματικό προκάτοχο του ρόλου) έγινε ένας Βλαδιμήρ αντίστοιχος του Εστραγκόν του Γώγουλου: πασπάλισε με εύθραυστη βεβαιότητα και γυάλινη σοφία τις απαντήσεις για να φανεί ακόμα πιο δυναμικά το κενό αλλά και η άγρια, ακατέργαστη ωστόσο υπάρχουσα  επιθυμία για ζωή και επικοινωνία».

Μαρώ Τριανταφύλλου

[email protected]