Θέατρο Συναντήσεις

Γλυκερία Καλαϊτζή: «Σκηνοθετώντας ζω μέσα σε αυτό που αγαπώ»

« Αυτή την περίοδο θα έλεγα  πως επικρατεί ένας θεατρικός οργασμός στη Θεσσαλονίκη. Ερασιτεχνικές  και μη ομάδες και θίασοι , σε μια δημιουργική έκρηξη. Είναι ενθαρρυντικό και ευχάριστο, να βλέπεις τόσο μεγάλο ενδιαφέρον όσον αφορά στην ενασχόληση με την  τέχνη του θεάτρου. Αυτό όμως μπορεί να αποβεί μοιραίο για το θέατρο,  στην περίπτωση  που ερασιτεχνικές παραστάσεις  παρουσιάζονται  ως επαγγελματικές. Κάνουν κακό στο θέατρο, γιατί μπορεί να απομακρύνουν  ένα μέρος του κοινού, που για πρώτη φορά έρχεται σε επαφή με αυτό και αποκομίζοντας  λανθασμένη εικόνα  απογοητεύεται, αφαιρώντας το από τις επιλογές του στο μέλλον.

Είναι θέμα χρόνου να ξεκαθαρίσει το τοπίο. Οι  ζυμώσεις, που διενεργούνται στο καλλιτεχνικό στερέωμα,  αναδεικνύουν στο τέλος  αυτούς,  που εκτός από ταλαντούχοι, έχουν φτάσει στο απαιτούμενο επίπεδο,  μέσα από την αδιάκοπη μελέτη της απαιτούμενης τεχνικής. Η βραχεία  διάρκεια,  πολλών τέτοιων παραστάσεων, δίνει τη στιγμιαία  λάμψη ενός πυροτεχνήματος,  που χάνεται στο σκοτάδι.

Για να αναμετρηθείς με το κοινό και την τέχνη σου, χρειάζεται διάρκεια. Αυτό έχει δύο παραμέτρους. Η διάρκεια δίνει την ευχέρεια στον θεατή, να επιλέξει και να απολαύσει μια παράσταση τη χρονική στιγμή  που πραγματικά το επιθυμεί κι όχι γιατί πρέπει να τη δει μέσα σε λίγες συγκεκριμένες μέρες, αφού  έπειτα δεν θα υφίσταται. Αυτό, από τη μία στερεί μέρος της πραγματικής ευχαρίστησης από κάποιον, που τη δεδομένη στιγμή δεν είναι σε θέση να την παρακολουθήσει ή να βρίσκεται σε δίλημμα ποια παράσταση να δει και ποια να χάσει. Από την άλλη, η διάρκεια δίνει τη δυνατότητα στην παράσταση να ωριμάσει, να εξελιχθεί σκηνικά-υποκριτικά αλλά και να αποκτήσει το κοινό που της αναλογεί, μέσα από την ειλικρινή αποδοχή του κόσμου. Αυτή είναι και η φιλοσοφία του Θεάτρου Τ . Παραστάσεις με διάρκεια»  λέει η Γλυκερία Καλαϊτζή, καθηγήτρια στο Τμήμα Θεάτρου του Α.Π.Θ., σκηνοθέτης, ιδρυτικό μέλος και ψυχή του Θεάτρου Τ, απαντώντας στις ερωτήσεις που προκύπτουν, κατά τη διάρκεια της συζήτησής μας. Μια γυναίκα,  που ζει και αναπνέει θέατρο, το οποίο αγαπά με αυταπάρνηση και υπηρετεί με απόλυτη  αφοσίωση, επενδύοντας  σε  αυτό και τους ανθρώπους του, με κάθε τρόπο.

brykolakes

«Ξέρεις κάποτε ένας θεατρικός παραγωγός μου είπε : «Αν θες να βγάλεις κέρδος στο θέατρο, πρέπει να μετράς και τα ψιλά» εννοώντας κάθε μικροέξοδο και δαπάνη που μπορεί να προκύψει και να σε επιβαρύνει, ενώ μπορείς να το αποφύγεις. Εγώ μέχρι τώρα δεν έχω εφαρμόσει αυτή τη συμβουλή. Στηρίζω τους συνεργάτες που έχω κάθε φορά, γιατί έτσι,  σε βάθος χρόνου κερδίζεις ανθρώπους και συνεργασίες, χτίζεις σχέσεις εκτίμησης και εμπιστοσύνης κι αυτό είναι το ζητούμενο» μου εξηγεί « κατά συνέπεια, το πρόγραμμα των παραστάσεων του Θεάτρου Τ, που καλύπτει μέχρι και τον ερχόμενο Μάιο, σχεδιάστηκε με κύριο στόχο καλό θέατρο, από εξαιρετικά σχήματα και ιδιαίτερες  καλλιτεχνικές προτάσεις , που  θα εδραιώσουν την καλή μας φήμη στην πόλη, κερδίζοντας  για μια ακόμη χρονιά την εμπιστοσύνη του κόσμου και όχι την εμπορικότητα των παραστάσεων, κι αυτό είναι κάτι, που διδάχτηκα από τον Νικηφόρο Παπανδρέου και δεν το ξεχνώ ποτέ».

 « Αλήθεια πότε σας « άγγιξε » για πρώτη φορά το θέατρο; »

« Γεννήθηκα και μεγάλωσα σε  λαϊκή γειτονιά. Σε μια οικογένεια, που δεν είχε καμία απολύτως  σχέση με την τέχνη και τα γράμματα.  Τα περιοδικά  ποικίλης ύλης της εποχής παρουσίαζαν τον κόσμο του θεάματος και το ραδιόφωνο με μυούσε στον κόσμο του θεάτρου, μέσα από τις φωνές των ηθοποιών, που μάγευαν τα αυτιά μου και με έκαναν να θέλω να ασχοληθώ με αυτό και να γίνω ηθοποιός, θεωρώντας, πως μέσα από αυτή την τέχνη θα πλάσω  έναν άλλο κόσμο φανταστικό, όπως τον ήθελα εγώ και τον είχα στο μυαλό μου. Λέγοντας  την επιθυμία μου αυτή, βρέθηκα αντιμέτωπη με την αρνητική αντίδραση της οικογένειας,  που λόγω της κλίσης μου στα γράμματα,  στήριζε τις ελπίδες της σε μένα. Άφησα το όνειρο στην άκρη λοιπόν.

Όταν στα 15 μου χρόνια, άρχισα μέσα στον πυρετό της εφηβείας να αλητεύω, είχα την τύχη να με συνετίσει η φιλόλογός μου στο σχολείο, χτυπώντας με στο φιλότιμο και επανερχόμενη στον «ίσιο»  δρόμο, πέρασα με επιτυχία στη φιλοσοφική. Δεν ήξερα πως αυτό θα γινόταν η αφορμή,  να αλλάξει η ζωή μου. Θεώρησα πως πλέον αυτός θα είναι ο δρόμος μου, μέχρι που στο 3ο έτος μπήκα στο μάθημα του Νικηφόρου Παπανδρέου και αμέσως ένιωσα πως κάτι χτύπησε μέσα μου. Από εκείνη τη στιγμή οι σπουδές μου έπαψαν να είναι καθήκον και έγιναν το μέσο να προσεγγίσω αυτό, που σιγόκαιγε μέσα μου».

peiramatiki

 

« Αυτή η επιθυμία σας έκανε να ενταχθείτε στην Πειραματική Σκηνή της Τέχνης;»

« Είναι κάπως αστείο έτσι όπως θα ακουστεί, αλλά επισκέφτηκα την Πειραματική Σκηνή, για καθαρά ακαδημαϊκούς  λόγους, που είχαν σχέση με τη θεματική του μεταπτυχιακού μου, έχοντας την εσφαλμένη εντύπωση, πως ξέρω  τι είναι θέατρο και  βγήκα από αυτό,  10 χρόνια μετά. Εκεί σε αυτή τη σκηνή «σπούδασα» θέατρο, το οποίο πάντα αντιμετωπίζω με δέος και σεβασμό. Βέβαια, η ιδιότητά μου ως φιλολόγου, τα πρώτα χρόνια ήταν η πηγή βιοπορισμού μου. Όμως και σε αυτό τον τομέα, προσπαθούσα πάντα να ανακαλύψω την κλίση του κάθε μαθητή, το ταλέντο του και να τον  βοηθήσω να πάρει τον δρόμο, που θα τον οδηγήσει σε μια ευτυχισμένη και επιτυχημένη  ζωή, επιλέγοντας το αντικείμενο που πραγματικά του ταιριάζει. Το ταλέντο υπάρχει παντού και είναι κρίμα να χάνεται».

« Ως παιδί θέλατε να γίνετε ηθοποιός και ως ενήλικη γίνατε σκηνοθέτης. Πως προέκυψε αυτό; »

« Η φυσική μου συστολή, η αδυναμία του να υποστώ την έκθεση μπροστά σε κοινό, σε συνδυασμό με την άσβεστη επιθυμία να ζω σε έναν άλλο κόσμο και να τον κατασκευάζω, με έκαναν να ανακαλύψω τον άλλο μου εαυτό. Χρησιμοποιώντας τη γνώση της τεχνικής και τη βιωματική εμπειρία και αφού ξεπέρασα  τους αρχικούς ενδοιασμούς , που προέκυπταν από το βάρος της ευθύνης του εγχειρήματος, έκανα την πρώτη σκηνοθετική μου απόπειρα, με το έργο της Στέλλας Μιχαηλίδου, «Περπατώ εις το δάσος» και το ένα έφερε το άλλο. Από το  ‘94 που έφυγα από την Πειραματική δεν σταμάτησα να δουλεύω.

fourlis

‘Εχω έτσι την ευκαιρία, να ζω μέσα σε αυτό που αγαπώ, χωρίς να εκτίθεμαι .  Στη σκηνοθεσία με βοηθάει πολύ, η έμφυτη ικανότητα να μπαίνω στη θέση του άλλου. Η ενσυναίσθηση, μου δίνει τη δυνατότητα  να εξηγώ τον ρόλο στον ηθοποιό και να τον καθοδηγώ. Δεν λειτουργώ με την εξουσία του σκηνοθέτη. Δίνω χώρο και είμαι ανοιχτή στην οπτική, που μπορεί να προτείνει. Αυτό που με ενδιαφέρει, δεν είναι να διεκπεραιώσει  «τεχνικά» τον ρόλο, αλλά πρώτα από όλα να αντιληφθεί μέσα του, την αλήθεια που αυτός φέρει. Χαίρομαι επίσης,  που το ένστικτό μου με κάνει να ανακαλύπτω νέα πρόσωπα, να τα εμπιστεύομαι και να αναδεικνύω το ταλέντο τους,  παρουσιάζοντάς τους στο ευρύ κοινό, όπως για παράδειγμα έγινε με  τον Μιχάλη Συριόπουλο, στις « Τρεις αδερφές», τον Φουρλή στους Βρυκόλακες και πρόσφατα με τον Γιάννη τον Μαυρόπουλο στην παράσταση «Το Παλτό», που παίζουμε μέχρι τις 8 Νοεμβρίου, σε επανάληψη. Έχοντας μεσολαβήσει μικρό μόλις διάστημα, από την τελευταία μας παράσταση, επέστρεψε αυτή τη σεζόν με μια σκηνική ωριμότητα, που με εξέπληξε. Η εξέλιξή του είναι ολοφάνερο, πως είναι αποτέλεσμα σκληρής  δουλειάς και μελέτης από μέρους του.

Αυτό πρέπει να κάνει ο κάθε ηθοποιός και ειδικά  όσοι ξεκινούν τώρα. Δεν γίνεται να επαναπαύεσαι σε ότι μπορεί να έμαθες σε μια σχολή και να μη συνεχίσεις να ψάχνεσαι να πειραματίζεσαι , να επιμορφώνεσαι και να αναμετριέσαι με κείμενα, με κλασσικό ρεπερτόριο και ρόλους υψηλών απαιτήσεων. Πολλοί νέοι ηθοποιοί προτιμούν  την performance, ως  τη νέα δημοφιλή  υποκριτική πρακτική και θα συμφωνήσω πως ένας μεγάλος αριθμός  από αυτούς τα καταφέρνει  εξαιρετικά, αλλά μόλις πρέπει να αναμετρηθούν με ένα κλασσικό κείμενο, το απαγγέλλουν».

H OPERA TOY ZHTIANOY

 

 « Σε μια εποχή, που η ενασχόληση με την τέχνη είναι ένας τομέας, που δεν μπορεί να υποσχεθεί σταθερότητα και ικανοποιητικές οικονομικές απολαβές, ως καλλιτέχνης και  ως ακαδημαϊκός, από  πού πιστεύετε ότι πηγάζει αυτή η στροφή των νέων σε σπουδές, όπως το θέατρο για παράδειγμα;»

« Η Τέχνη είναι ανάγκη. Είναι  τροφή της ψυχής, ειδικά σε περιόδους κρίσης , όπως αυτή που ζούμε, που εντείνεται από την μοναξιά και την έλλειψη επικοινωνίας στη σύγχρονη κοινωνία.  Όταν πριν δέκα χρόνια, είχα ζητήσει  ως εργασία από τους φοιτητές μου, να σκηνοθετήσουν με ελεύθερο θέμα, με σόκαρε πραγματικά το γεγονός, ότι από τις 17 σκηνές που μου παρουσιάστηκαν, οι 14 αφορούσαν στην μοναξιά. Κάτι , που δεν συνάδει με την ηλικία τους. Διαπίστωσα λοιπόν, μέσα από τη συζήτηση μαζί τους, αλλά και την εικόνα της δουλειά τους, ότι δεν μπορούν να μοιραστούν τα συναισθήματά τους. Δεν εμπιστεύονται και δεν ανοίγονται εύκολα.  Εξωτερικεύουν όλα τα κρυμμένα συναισθήματα, εκφράζουν όσα δεν έχουν τολμήσει να πουν, μέσα από τη συνθήκη του θεάτρου και  γίνονται μέλη μιας κοινότητας, μιας κοινωνίας,  στην οποία μπορούν να νιώσουν άνετα και οικεία,  έχοντας βρει κοινούς τόπους και κώδικες επικοινωνίας και συνύπαρξης. Να μοιραστούν και να συνδημιουργήσουν.

Από την καθημερινή επαφή μαζί τους και ως καλλιτέχνης και ως ακαδημαϊκός, διαπίστωσα πως η χώρα μας διαθέτει πολλούς νέους ταλαντούχους ηθοποιούς, αλλά  και σκηνοθέτες, όπως για παράδειγμα η Ελένη Ευθυμίου, που είναι μόλις 30 ετών και κάθε δουλειά της με εντυπωσιάζει, αν και στο κομμάτι της θεατρικής συγγραφής δεν υπάρχει κατά τη γνώμη το αντίστοιχο επίπεδο. Γράφονται πολλά κείμενα, αλλά ελάχιστα μπορούν πραγματικά να «σταθούν». Η ύπαρξη διαλόγων δεν προεξοφλεί τη θεατρικότητα του κειμένου. Είναι πολύ παρεξηγημένη έννοια η θεατρική συγγραφή στην Ελλάδα και απορρέει από την έλλειψη μελέτης των απαιτούμενων τεχνικών, παιδείας και σωστής εκπαίδευσης στο αντικείμενο».

PASSATEMPO

« Μια τέτοια θεατρική «κοινότητα» ήταν  και το “Passatempo” ; Πως έγινε η μετάβαση στο εγχείρημα που λέγεται Θέατρο Τ;»

« ΤοPassatempo” ήταν μια απόφαση, που πήρα εξαιτίας του Χατζάκη και της τακτικής του  στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος. Ήταν το λιγότερο θλιβερός, ο απαξιωτικός  τρόπος που αντιμετώπιζε  ηθοποιούς με ταλέντο και δυνατότητες, που έμεναν στα αζήτητα, από έναν καλλιτεχνικό φορέα, ο οποίος « γέννησε»  και ανάδειξε μεγάλα ταλέντα της θεατρικής σκηνής, όπως π.χ. η Λυδία Φωτοπούλου, ο Σεργιανόπουλος και άλλοι. Ηθοποιοί, που κατέβηκαν τότε στην Αθήνα απογοητευμένοι, είναι  δικαίως, από τα πρώτα ονόματα αυτή τη στιγμή στον χώρο.  Για μια τουλάχιστον δεκαετία, χάθηκε πολύτιμο ανθρώπινο κεφάλαιο, που πήγε ανεκμετάλλευτο. Το μόνο πράγμα, για το οποίο έχω μετανιώσει στη ζωή μου είναι, που δεν το τόλμησα νωρίτερα και άφησα χρόνο να περάσει. Γιατί η επιτυχημένη πορεία μας, δικαίωσε αυτή την απόφαση.  Χαίρομαι, που αρχίζει πλέον το ΚΘΒΕ να βρίσκει τον βηματισμό του και γίνονται παραγωγές αξιώσεων, με ένα εξαιρετικό επιτελείο συνεργατών, στηρίζοντας ταλαντούχους νέους ηθοποιούς, όπως για παράδειγμα ο Χρίστος Στυλιανού.

Είμαι τυχερή, που έχω όλα αυτά τα χρόνια αυτούς τους πιστούς και πολύτιμους συνεργάτες, που λειτουργούμε ως πυρήνας μιας ομάδας με κοινούς κώδικες κι αυτό διευκολύνει,  στο να παίρνονται αποφάσεις, που υλοποιούνται γρήγορα,  χωρίς αυτό να σημαίνει,  πως δεν υπάρχουν μεταξύ μας συγκρούσεις και διαφωνίες. Με ένα μαγικό τρόπο όμως, όλα ξεχνιούνται  και συνεχίζουμε την επόμενη στιγμή  να δουλεύουμε ανεπηρέαστοι, γιατί ξέρουμε, πως  ό,τι λέγεται,  δεν είναι επί προσωπικού. Οι όποιες εντάσεις μεταξύ μας οφείλονται στον  χαρακτήρα του κάθε ενός από εμάς κι όχι στη δουλειά. Όταν το 2011, εν μέσω κρίσης και έχοντας κουραστεί να επωμίζομαι και την ευθύνη της χρηματοδότησης και διαχείρισης του «Passatempo », την αναζήτηση κάθε φορά της σκηνής που θα μας φιλοξενήσει και όλα όσα αυτά απαιτούν, είπα πως πλέον πρέπει να αποκτήσουμε τη δική μας θεατρική στέγη, όλοι συμφώνησαν αμέσως και χωρίς δεύτερη κουβέντα, βρήκαμε τον χώρο και ιδρύσαμε το Θέατρο Τ.  Ήταν τελικά για όλους μας, η κρυφή σκέψη και αυτονόητη συνέχεια του «Passatempo» , που μας είχε ενώσει».

T

« Τι θα λέγατε ότι είναι το Θέατρο Τ με μια λέξη; »

« Εστία. Σπίτι. Ένα σπίτι φιλόξενο και ανοιχτό για δημιουργικούς ανθρώπους και συνεργασίες, που προάγουν το καλό θέατρο, ως μέλη μιας οικογένειας, που το αγαπά και το στηρίζει. Δεν είμαστε μια κλειστή ομάδα. Το νέο «αίμα» είναι για μας, πηγή ανατροφοδότησης και μοχλός εξέλιξης. Διαφορετικά, με το πέρασμα του χρόνου σε προσπερνά η εποχή σου και χωρίς να το αντιληφθείς,  αναπαράγεις τον εαυτό σου στο ίδιο μοτίβο, χάνοντας την επαφή με την κοινωνία, τα θέλω και τις ανάγκες της.

Ένα μεγάλο λάθος  που  γινόταν ιδιαίτερα στο παρελθόν, κυρίως από τους καλλιτέχνες του θεάτρου, είναι πως θεωρούν τους εαυτούς τους μια πνευματική-καλλιτεχνική ελίτ, που το κοινό a priori πρέπει να σέβεται και να αποθεώνει. Απομονωμένοι και απόμακροι ,  διαχώριζαν εαυτούς από την υπόλοιπη κοινωνία, ενώ ταυτόχρονα παραπονιόνταν  πως το κοινό δεν μπορούσε να αντιληφθεί και να εκτιμήσει το ταλέντο και τη διάνοιά τους, μιλώντας απαξιωτικά. Κανείς δεν έχει υποχρέωση να έρθει στο έργο σου επειδή αποφάσισες να κάνεις Τέχνη,  όταν το έργο σου δεν τον αφορά, δεν τον αγγίζει. Αν κάνεις τέχνη για λίγους και «εκλεκτούς» βάσει των δικών σου standarts,  που θεωρείς πως δεν είναι για «πτωχούς» και απαίδευτους, αρνούμενος να το επικοινωνήσεις με τον κόσμο και να εκπαιδεύσεις το κοινό σου, είσαι καταδικασμένος. Τέτοιες συμπεριφορές έκαναν για πολλά χρόνια  το ευρύ κοινό να θεωρεί , πως το θέατρο είναι για λίγους, ενώ αποτελεί το υπέρτατο αγαθό για τον άνθρωπο. Οφείλουμε ως καλλιτέχνες να επιλέγουμε έργα που μιλούν στον κόσμο αφουγκραζόμενοι τις αναζητήσεις του και να παράγουμε τέχνη μέσα από την αλληλεπίδραση των ερεθισμάτων που προκύπτουν, ως ενεργά μέλη της σύγχρονης κοινωνίας. Το θέατρο είναι μια δύσκολη τέχνη και φέρουμε μεγάλη ευθύνη, όσον αφορά στο πως το βλέπει ο κόσμος».

« Τι σας έκανε να επιλέξετε «Το Παλτό» του Γκόγκολ, το οποίο παίζεται αυτό το διάστημα σε επανάληψη στο Θέατρο Τ; »

« Αγαπώ τους ρώσους συγγραφείς , σε σημείο οι συνεργάτες μου να λένε, πως η επόμενη παράσταση που θα σκηνοθετήσω, θα είναι και στη ρώσικη γλώσσα με την εμμονή που έχω. Από την άλλη το έργο αυτό είναι μια νουβέλα, με ένα πάντα επίκαιρο θέμα, που σου δίνει την ευχέρεια να κάνεις ένα μικρό θεατρικό έργο και να το  ανοίξεις όσο θες , προσθέτοντας όσα άτομα επιθυμείς, ανάλογα με το δυναμικό  που έχεις.  Έτσι λοιπόν έκρινα,  πως είναι ιδανικό για τη νεανική μας σκηνή, στην οποία δίνω επίσης ιδιαίτερη σημασία και με εκπλήσσει ευχάριστα η ικανότητα των νέων παιδιών,  να υποστηρίξουν και να δουλέψουν τους ρόλους τους με τόση αφοσίωση και δημιουργικότητα. Αυτή η διαδικασία, με γυρνάει στα πρώτα χρόνια της Πειραματικής Σκηνής, στα χρόνια αυτής της αλησμόνητης θεατρικής αθωότητας».

NEANIKI SKHNH

 

 

«Θα ξεχωρίζατε κάποιες δουλειές σας;»

« Είναι δύσκολο να διαλέξω, αυτό που επιδιώκω και μου αρέσει στις συνεργασίες μου είναι να περνάω καλά και αυτό έχει συμβεί στις περισσότερες από αυτές. Αν θα έπρεπε οπωσδήποτε να διαλέξω, σίγουρα θα μιλούσα για την πρώτη το «Περπατώ εις το δάσος», το « Οι Φασουλήδες του Κατσιπόρα», το « Εργαζόμενα κορίτσια », « Οι Τρεις αδερφές «, « Σαν σκυλιά » στο Κρατικό».

« Διδασκαλία, σκηνοθεσία, διασκευή. Αναρωτιέμαι πως μετά από τόσα χρόνια δεν έχετε περάσει στην συγγραφή».

« Είναι κάτι, που όντως με ενδιαφέρει και όπως λέω σε συνεργάτες και φίλους, θα έρθει στην ώρα του. Τη στιγμή ίσως, που θα απεμπλακώ από κάποιες από τις πολλές παράλληλες ενασχολήσεις μου».

Ο επίλογος σε μια τέτοια συνέντευξη είναι δύσκολος ως και περιττός. Κλείνω λοιπόν, με τα λόγια του Οδυσσέα Ελύτη, που παίζουν με το γράμμα Τ και περικλείουν, σε μια φράση, την προσωπικότητα και την φιλοσοφία της Γλυκερίας Καλαϊτζή και του «παιδιού» που λέγεται Θέατρο Τ.

14877916_1304542139570152_1320699946_n

 

Συνέντευξη- φωτογραφία εξωφύλλου : Μαρία Μαυρίδου

Οι φωτογραφίες παραχωρήθηκαν από το αρχείο της Γλυκερίας Καλαϊτζή

www.theatrot.gr

 

TO PALTO

«Το Παλτό» του Γκόγκολ 

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Διασκευή-Σκηνοθεσία: Γλυκερία Καλαϊτζή

Σκηνικά: Ευαγγελία Κιρκινέ

Κοστούμια: Μαρία Καραδελόγλου

Μουσική: Κωστής Βοζίκης

Κίνηση: Ιωάννα Μήτσικα

Φωτισμοί: Κώστας Σιδηρόπουλος

Βοηθός σκηνοθέτη: Μάριος Κωνσταντίνου

Βοηθός ενδυματολόγου: Σοφία Τσιριγώτη

Παίζουν

Γιάννης Μαυρόπουλος, Ζωή Βαλιώτη, Αγγελίνα Τερσενίδου, Μυρσίνη Καρματζόγλου, Γιώργος Γκρίνιας, Δημήτρης Γαλανάκης, Μάκης Σεμερτζίδης, Μελίνα Ταχτσίδου, Νικολέτα Σαμαρά, Ειρήνη Μακρή, Ανθούλα Αηδώνη

Η Νεανική σκηνή του Θεάτρου Τ

Η Νεανική Σκηνή λειτουργεί υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση της Γλυκερίας Καλαϊτζή και δημιουργήθηκε, ως ένας είδος προέκτασης του Εργαστηρίου Υποκριτικής του Θεάτρου Τ. Στόχος της είναι να συνδέσει τη μαθητεία με την πράξη και το επάγγελμα, δίνοντας την ευκαιρία σε νέους ταλαντούχους ηθοποιούς να δοκιμαστούν στις απαιτήσεις της σκηνής και της δραματουργίας, αλλά και στους σπουδαστές του Εργαστηρίου να αποκτήσουν μια βιωματική εμπειρία της σκηνής.

Info

ΕΙΔΟΣ: Κωμωδία

ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 65’

ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ: Δευτέρα-Τρίτη 9.30μ.μ.

ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ: Γενική είσοδος 8€

ΑΤΕΛΕΙΕΣ: Κάθε Δευτέρα, κατά προτεραιότητα

ΚΡΑΤΗΣΕΙΣ: 2310 854333

Θεάτρο Τ,  Αλεξ. Φλέμινγκ 16