Κινηματογράφος

Χάρης Ραφτογιάννης: «Ζούμε με την επίγευση των ταινιών και όχι με τις ίδιες»

«Η ιδέα του ‘Πρώτου ‘Ερωτα’ είναι ένα κολάζ αναφορών και ιδεών», λέει στο artplay. gr ο σκηνοθέτης Χάρης Ραφτογιάννης, που απέσπασε το βραβείο σεναρίου μικρού μήκους στις πρόσφατες Νύχτες Πρεμιέρας καθώς και  ειδική μνεία για  τον ηθοποιό Κώστα Κορωναίο.

«Ουσιαστικά η ταινία προέκυψε από την ‘αποκαλυπτική’ εικόνα της ένωσης δυο σκυλιών όταν ερωτοτροπούν. Υπάρχει και η μακρινή αναφορά στο ομώνυμο διήγημα του Μπέκετ, σε διάφορες ετερόκλητες ταινίες που θαυμάζω, αλλά και τους ‘κυνικούς’ περιπάτους που έχουμε με φίλους και φίλες στα πάρκα με τα σκυλιά μας. Στην συνέχεια γράφτηκε μια ιστορία γύρω από αυτην την ένωση και την οπτική που έχουν οι άνθρωποι απέναντί της. Η παραγωγός Ελένη Κοσσυφίδου ήθελε άμεσα να κάνουμε την ταινία αυτή, για να δοκιμαστώ προσωπικά στο πεδίο της μυθοπλασίας αφού προέρχομαι από τον χώρο του ντοκιμαντέρ. Θέλαμε να αποτελέσει ένα δείγμα δουλειάς για την μεγάλου μήκους που ετοιμάζουμε. Διάβασε δυο μικρά σενάρια που είχα και σε συνεργασία με τους Γάλλους συμπαραγωγούς που μας εμπιστεύονται, προέκρινε τελικά τον ‘Πρώτο Έρωτα’. Χωρίς την συμβολή της, την συμμετοχή των Γάλλων και την απίστευτη γενναιοδωρία των υπέροχων συντελεστών δεν θα υπήρχε η ταινία».

 -Ποιες ιστορίες επιθυμείς και  ονειρεύεσαι να αφηγείσαι, ποιος είναι ο τόπος έμπνευσής σου και ποιοι οι ομότεχνοι που θαυμάζεις και θεωρείς καταγωγή σου.
 «Δεν υπάρχει κάτι πολύ συγκεκριμένο ως προς την θεματική των ταινιών που έχω κάνει νομίζω. Κατά καιρούς έχω κάνει ετερόκλητα πράματα, προσπαθώντας το κάθε τι να έχει μια δική του ταυτότητα να μην μοιάζει με το προηγούμενο ώστε και να δοκιμάζομαι σε νέα πεδία αλλά και για να σεβαστώ την μοναδικότητα που έχει αυτό με το οποίο ασχολούμαι κάθε φορά. Αν υπάρχει κάποιος κοινός παρονομαστής σε αυτά είναι ότι έχουν έναν χαρακτήρα ανθρωποκεντρικό. Με ενδιαφέρει δηλαδή ο άνθρωπος και οι υπερβάσεις που καλείται να πραγματοποιήσει. Και επικεντρώνοντας σε πρόσωπα και χαρακτήρες έχω την αίσθηση ή την ψευδαίσθηση ότι φεύγω από τον εαυτό μου, ξεχνιέμαι εντελώς και ζω σε μια άλλη ζωή.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό είναι ότι έλκω και έλκομαι από ‘αποκλίνουσες’ περιπτώσεις. Αυτοί είναι οι άνθρωποι που μου φαίνονται ενδιαφέροντες, εκείνοι φωτίζονται στα μάτια μου μέσα στο πλήθος. Θα μου πεις αποκλίνουσες περιπτώσεις θα μπορούσαν να θεωρηθούν και αυτές που αποκαλούμε μεινστριμ όπως για παράδειγμα άνθρωποι -πρότυπα της τηλεόρασης σαν την Κατερίνα Καινούριου. Που πραγματικά από τις πλαστικές γίνονται καινούριες κάθε φορά και αναπαράγουν και έναν ξύλινο καθωσπρεπίστικο λόγο. Τι να πω. Ζούμε σε έναν ανάποδο κόσμο που λέει και κάποιος σοφός. Που το πλαστικό παρουσιάζεται ως αυθεντικό, ως ‘νορμάλ’. Αλλά είναι κουραστικά μόνο που τα σκέφτεσαι. Καλύτερα να μην μένουμε σε αυτά.

 -Πόσο δύσκολο και βασανιστικό είναι να κάνεις σινεμά στην Ελλάδα  του 2021, πώς θα παρομοίαζες την ελληνική πολιτεία και τη σχέση της με την τέχνη και τους εργαζόμενους στον πολιτισμό ;
«Το να κάνεις ταινία στην Ελλάδα σε ‘κανονικές συνθήκες’ πάντα ήταν μπελάς. Με την κρίση έγινε χειρότερος και με την πιο πρόσφατη που ζούμε ακόμη χειρότερος. Το καλό είναι οτι πλέον η τεχνολογία σου δίνει την ευκαιρία να μπορείς να κάνεις ταινίες χωρίς πολλά χρήματα. Ή και χωρίς καθόλου. Έγινε λαϊκό μέσο, σχεδόν όπως χρησιμοποιείς ένα μολύβι. Από την άλλη έχει διογκωθεί τόσο η προσφορά που πραγματικά και αριστουργηματικές ταινίες μπορούν να θαφτούν στον σωρό και να μην τις πάρει κανείς χαμπάρι. Είναι και το ζήτημα ότι ζούμε σε μια εποχή με τεράστια πληροφορία. Η θέαση ταινιών είναι άλλη μια επιπλέον καταναλωτική συνήθεια. Βγαίνεις από μια ταινία λες ένα ΄καλό ήταν΄ στον φίλο σου και συνεχίζεις την ζωή σου σα να μην την είδες ποτέ. Ζούμε με την επίγευση των ταινιών και όχι με τις ίδιες. Είναι σα να βλέπεις πόστερ στον δρόμο πια. Τις προσπερνάς. Σαφέστατα έχει να κάνει και το γεγονός ότι είναι ψηφιακή η εποχή. Όλα μοιάζουν ελαφρά και εφήμερα. Ακόμη και τα αριστουργήματα που κατά καιρούς παράγονται δεν μπορούν λόγω της εποχής να θεωρηθούν ως τέτοια. Αδυνατούν να αποκτήσουν αυτό το ειδικό βάρος δηλαδή. Από αυτήν την άποψη λείπει η ιεροτελεστία της αναμονής, όταν δεν ήταν όλα τόσο εύκολα προσβάσιμα, ή όταν δεν υπήρχε αυτή η αφθονία.

Όσοι βλέπουν την ταινία, ανεξαρτήτως αν τους αρέσει, εκπλήσσονται από τις ερμηνείες της Βαγγελιώς Ανδρεαδάκη και του Κώστα Κορωναίου. Το περίεργο είναι οτι δεν έγιναν πολλές πρόβες, μόλις τρεις αν θυμάμαι καλά. Παρόλο που ένιωθα ότι έπρεπε να κάνουμε αρκετά πιο πολλές. Γιατί αν δεν πήγαιναν καλά οι ερμηνείες, η ταινία δεν θα μπορούσε να υποστηριχθεί καθώς είχε μια θεατρική δομή εξαρχής, με μια λογική μονοπλάνων. Βασιζόταν δηλαδη πολύ στους ηθοποιούς. Το γύρισμα κράτησε δυο βραδιές σε ένα ανοιχτό γήπεδο μπάσκετ και είχαμε πολλές καθυστερήσεις λόγω κακοκαιρίας. Είχε περάσει τόσο διάστημα από τις συνεχόμενες αναβολές που όλοι νιώθαμε κόπωση και οι ηθοποιοί πια είχαν σχεδόν ξεχάσει τα λόγια τους και το όλο πλαίσιο. Αλλά όταν ήλθε η ώρα όλα ξαφνικά λειτούργησαν και πάλι. Δεν ξέρω τι και πως, αλλά υπήρχε πολύ καλή διάθεση και εμπιστοσύνη εξαρχής μεταξύ μας , παρόλο που δεν γνωριζόμασταν, παρόλο που είμαι άπειρος με το να δουλεύω με συνεργεία και ηθοποιούς και έχω μια αποστροφή στο να χρειάζεται να δίνω κατευθύνσεις. Ή ακόμη με δυσκόλευε πολύ το γεγονός ότι σεβόμουν και σέβομαι υπερβολικά τον μύθο που έχω στο μυαλό γύρω από το τι σημαίνει να είσαι ηθοποιός. Όταν εξωτερίκευα αυτές τις σκέψεις, οι δυο τους μου χαμογελούσαν αμήχανα, τύπου που να ξερες τι έχουμε περάσει σαν κλάδος κλπ. Οκ, ναι, αλλά στο μυαλό μου πάντα οι ηθοποιοί έχουν κάτι ιερό. Τέλος πάντων. ‘Η χημεία είναι το πιο σημαντικό πράμα’ που λέει μεταξύ σοβαρού και αστείου και ο άντρας στην ταινία.

 
 
Η Τέχνη είναι παραδοσιακά ένα καταφύγιο έμπνευσης, παρηγοριάς, χαράς. Μόνο να σκεφτούμε ότι για κάθετι μας συμβαίνει έχουμε πρόχειρα ένα τραγούδι να τραγουδάμε, μια ταινία να δούμε και αυτόματα μπορούμε και αισθανόμαστε καλύτερα είναι ενδεικτικό για το πόσο σημαντική και ιαματική είναι. Είναι κάτι αντίστοιχο όπως οι ιατρικές υπηρεσίες. Με αυτην την έννοια θα έπρεπε να υπάρχει αντίστοιχος σεβασμός στην καλλιτεχνική κοινότητα. Αλλά ως μια μικρή και υποτελής χώρα, είμαστε υποχρεωμένοι να αγοράζουμε πολεμικά αεροπλάνα από τους δήθεν συμμάχους μας αντί να αναπτύξουμε άλλα πράματα σε μια κρατική πολιτική. Στην περίοδο της καραντίνας άκουσα ένα πολύ ωραίο σημείο από την κουβέντα του εξαιρετικού ανθρώπου του θεάτρου Βασίλη Παπαβασιλείου. Έλεγε αν θυμάμαι καλά ότι επιβάλλεται να εκλείψει ο προσβλητικός όρος ‘επιχορήγηση’ για τους ανθρώπους της Τέχνης. Γιατί ο ορθός όρος είναι χρηματοδότηση. Όπως αντίστοιχα η Υγεία δεν επιχορηγείται, αλλά χρηματοδοτείται. Και μακάρι να αλλάξει η οπτική συνολικά που έχουμε απέναντι στην Τέχνη ακόμη και από τους ίδιους τους ανθρώπους της. Δεν είναι μονάχα θέμα οικονομικό. Αλλά κατά πολύ ευρύτερο».
 

info πρωταγωνιστούν: Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη, Κωστής Κορωναίος | σενάριο – σκηνοθεσία: Χάρης Ραφτογιάννης | παραγωγός: Ελένη Κοσσυφίδου | συμπαραγωγοί: Luca Cabriolu, Olivier Chantriaux | φωτογραφία: Γιάννης Κανάκης | σκηνικά – κοστούμια: Θοδωρής Δασκαλάκης | μοντάζ: Νίκος Βαβούρης | ήχος: Κώστας Κουτελιδάκης, Γιάννης Σκανδάμης, Κώστας Χρυσόγελος | πρωτότυπη μουσική : Sweet Sixteen | επεξεργασία εικόνας: Μάνος Χαμηλάκης | βοηθός σκηνοθέτη: Νικολέτα Λεούση | ηλεκτρολόγος: Γιάννης Μαραγκουδάκης | βοηθοί κάμερας: Στέλιος Μωραϊτίδης, Αγγελος Καλτσής | βοηθός ηχολήπτη: Νίκος Δράκος | μακιγιάζ: Ειρήνη Γιαλαμά | εκπαιδευτής σκύλων: Αγγελος Νιώτης | γραφιστικά: Γιώργος Τσίτρας | σχεδιασμός τίτλων: Νίκος Πάστρας | καλλιτεχνικοί σύμβουλοι: Στάθης Ζούλιας, Γεωργία Θάνου, Μαριαλένα Κούγια | μεταφράσεις: Δημήτρης Κορίζης | οργάνωση παραγωγής: Χρύσανθος Μαργώνης | βοηθοί παραγωγής: Λευκοθέα Σταυρινάκη, Ελενα Ιωάννου, Χρήστος Ξενιτόπουλος, Μάνος Παπαδάκης | εργαστήριο εικόνας: 2/35 | εργαστήριo ήχου: DNA Lab | festivals-sales: Manifest/ Anais Colpin | συμπαραγωγοί : FILM02, 2/35, DNA Lab, Χάρης Ραφτογιάννης | παραγωγή: Blackbird Production

Μάνια Ζούση
Φωτό εξωφύλλου: Άγγελος Καλτσής