Βιβλίο

«Η κυρούλα που μετρούσε τα φταρνίσματα»

Στο Γκαβιράτε, ένα όμορφο χωριό της Λομβαρδίας, ζούσε μια φορά μια κυριούλα που περνούσε τη μέρα της μετρώντας τα φταρνίσματα του κόσμου. Ύστερα ανακοίνωνε στις φιλενάδες της τα αποτελέσματα των υπολογισμών της κι όλες μαζί έκαναν ατέλειωτες συζητήσεις γύρω από αυτά.

-Ο φαρμακοποιός φταρνίστηκε εφτά φορές, έλεγε η κυρούλα.

-Αν είναι δυνατόν!

-Μα το Θεό, να μου πέσει η μύτη αν δε λέω αλήθεια, και μάλιστα φταρνίστηκε πέντε λεπτά πριν από το μεσημέρι.

Φλυαρούσαν, φλυαρούσαν και κατέληγαν στο συμπέρασμα πως ο φαρμακοποιός έβαζε νερό στο ρετσινόλαδο.

-Ο εφημέριος φταρνίστηκε δεκατέσσερις φορές, έλεγε η κυρούλα, κόκκινη από υπερένταση.

-Μήπως έκανες λάθος;

-Να μου πέσει η μύτη αν φταρνίστηκε έστω και μια φορά λιγότερο!

-Μα που θα πάει αυτή η κατάσταση!

Φλυαρούσαν, φλυαρούσαν και κατέληγαν στο συμπέρασμα πως ο εφημέριος έβαζε πάρα πολύ λάδι στη σαλάτα.

Μια φορά η κυρούλα και οι φιλενάδες της, εφτά συνολικά, στάθηκαν όλες μαζί κάτω από τα παράθυρα του κυρίου Ντέλιο να κατασκοπεύσουν. Αλλά ο κύριος Ντέλιο δε φταρνιζόταν με τίποτα, γιατί ούτε ταμπάκο ρουφούσε, ούτε συναχωμένος ήταν.

-Μα, ούτε ένα φτάρνισμα, είπε η κυρούλα. Κάποιο λάκκο έχει η φάβα.

-Χωρίς αμφιβολία, είπαν οι φιλενάδες της.

Ο κύριος Ντέλιο τις άκουσε, έβαλε μια χούφτα πιπέρι στο ραντιστήρι για το εντομοκτόνο και, χωρίς να τον πάρουν είδηση, ψέκασε τις εφτά κουτσομπόλες, που είχαν στρογγυλοκαθίσει κάτω από το περβάζι του.

-Αψού! Έκανε η κυρούλα.

-Αψού! Αψού! Έκαναν κι οι φιλενάδες της. Κι όλες μαζί βάλθηκαν να φταρνίζονται ασταμάτητα.

-Εγώ φταρνίστηκα τις πιο πολλές φορές, είπε η κυρούλα.

-Εμείς τις πιο πολλές, είπαν οι φιλενάδες της.

Αρπάχτηκαν από τα μαλλιά, έδωσαν κι έφαγαν το ξύλο της χρονιάς τους, κουρέλιασαν τα φουστάνια τους κι έχασαν από ένα δόντι η καθεμιά.

Ύστερα από εκείνο το περιστατικό, η κυρούλα δεν ξαναμίλησε στις φιλενάδες της, αγόρασε ένα βιβλιαράκι κι ένα μολύβι και βγήκε στο δρόμο μόνη, κατάμονη, και για κάθε φτάρνισμα που άκουγε, έβαζε κι ένα σταυρό.

Όταν πέθανε, βρήκαν εκείνο το βιβλιαράκι γεμάτο σταυρούς και είπαν: «Φαίνεται πως σημείωνε όλες τις καλές πράξεις που έκανε. Τι πολλές που έχει κάνει! Αν δεν πάει αυτή στον Παράδεισο, δεν πρόκειται να πάει κανείς».

 

Από το βιβλίο του Τζάνι Ροντάρι «Παραμύθια από το τηλέφωνο», εκδόσεις Μεταίχμιο, 2003, σε απόδοση Άννας Παπασταύρου. Εικονογράφηση Φραντσέσκο Αλτάν.