Θέατρο Οι δημιουργοί γράφουν

«Η διάρκεια του τίτλου είναι ο φόβος για την τελεία»

Η Λένα Κιτσοπούλου γράφει στο artplay. gr για την «Ανουσιότητα του να ζεις», το έργο της με τον επικό τίτλο, που επανέρχεται από τις 4 Μαίου  στο θέατρο Μικρό Παλλάς για 15 παραστάσεις, κάθε

Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο & Κυριακή στις  21:00

Η Κιτσοπούλου γράφει για τις « ανούσιες κουβέντες που σώζουν πρόσκαιρα τη βαθιά μας μοναξιά, τον πόνο μας για όσα δεν έχουμε και δεν ελπίζουμε», αλλά και για το φόβο του θανάτου και την προσπάθεια να τον ξεχάσουμε, «γράφοντας,παίζοντας ή σκηνοθετώντας».

«ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΟΠΩΣ ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΕ ΕΝΑ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΑΠΟ ΤΑ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ, ΑΥΤΑ ΜΕ ΤΑ ΚΟΥΦΩΜΑΤΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΒΟΛΙΚΟΥΣ ΚΑΝΑΠΕΔΕΣ ΤΟΥΣ ΣΕ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΑΜΟΚ. Ή, Η ΑΝΟΥΣΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΝΑ ΖΕΙΣ.

Ο τίτλος περιγράφει το έργο. Είναι μία μέρα, ή ίσως ένα κομμάτι μιας μέρας δύο φίλων μέσα σε ένα αθηναϊκό σαλόνι έτσι όπως πιθανότατα την έχουμε βιώσει όλοι μας. Οι ανούσιες κουβέντες μας γύρω από θέματα καθημερινά, συνταγές μαγειρικής, ρούχα, κουτσομπολιά για κοινούς γνωστούς, για την επικαιρότητα, γύρω από οτιδήποτε γεμίζει τον χρόνο μας, αποφεύγουν τη σιωπή και σώζουν πρόσκαιρα την βαθιά μας μοναξιά, τον πόνο μας για όλα όσα δεν έχουμε και για όλα όσα πια δεν ελπίζουμε. Η διάρκεια του τίτλου, είναι ο φόβος για την τελεία. Περιγράφουμε ένα πράγμα με πολλά λόγια για να γεμίσει με ήχο ο αέρας που αναπνέουμε. Έτσι όπως κάνουμε και στη ζωή μας.
Ο σκοπός και ο στόχος για αυτόν που παρακολουθεί δεν είναι να σιχαθεί τη ζωή του, ή να αλλάξει κάτι, ο στόχος είναι, κοιτάζοντας κάποιους άλλους μέσα από μία κλειδαρότρυπα, να ταυτιστεί με κάτι, να αναγνωρίσει τον δικό του εαυτό μέσα σε όλα αυτά τα λόγια και να παρηγορηθεί που δεν είναι μόνος.
Το έργο αυτό είναι ένα έργο για την μοναξιά και για τον τρόμο της ύπαρξης μας, που μέσα στην καθημερινότητα δυστυχώς ή ευτυχώς οχυρώνεται και κρύβεται πίσω από μια ατέλειωτη μπουρδολογία, παριστάνοντας ότι δεν τρέχει τίποτα. Νομίζω ότι όσο μεγαλώνουμε, τόσο πιο πολύ φοβόμαστε και άλλο τόσο πιο πολύ προσπαθούμε να κρύψουμε το γεγονός ότι φοβόμαστε. Κι αυτό είναι τόσο θλιβερό και τόσο μάταιο. Το αποτύπωμα του πανικού πάνω στην ανθρώπινη συμπεριφορά είναι τόσο εμφανές που πολλές φορές καταντάει κωμικό. Κανένα πλάσμα της φύσης, ζώο ή φυτό, δεν αποκτάει γκριμάτσες τόσο γελοίες, όσο ένας άνθρωπος που κορνάρει μανιασμένος, ή που δέρνει έναν άλλον, ή που πιάνει τον γκόμενό του με άλλον στο κρεβάτι, ή που χορεύει τσάμικο επειδή το κόμμα του βγήκε στις εκλογές. Κανένα στοιχείο της φύσης, κανένα σύννεφο, κανένα σκυλί, καμία ανεμώνα, καμία πέτρα δεν μπορεί να ασχημύνει τόσο πολύ όσο ο άνθρωπος. Η ανθρώπινη φύση βάλλεται καθημερινά από τον φόβο του θανάτου και παλεύει μάταια να μην το σκέφτεται. Αυτό περιγράφει το έργο, αυτό προσπαθεί να κατανοήσει, να σκαλίσει, αλλά ακόμα κι εμείς που κάνουμε έργα, που τα γράφουμε, τα παίζουμε ή τα σκηνοθετούμε, για τον ίδιο ακριβώς λόγο το κάνουμε. Για να ξεχαστούμε. Έστω προσωρινά».

Λένα Κιτσοπούλου