featured Metamanias Θέατρο Ο Ρόλος μου Οι δημιουργοί γράφουν

Έλα στο θέατρο να πληγωθείς, να ακούσεις ότι φταις, να θιχτείς

Με λόγο αιχμηρό και γενναίο, από όπου εκλύεται πάθος, δύναμη και βάθος σκέψης, ο Γιώργος Κατσής αποκαλύπτει στο artplay.gr , συγκλονιστικές, άγνωστες στιγμές της προσωπικής του ζωής, αποτυπωμένες στην χειρονομία της τέχνης του, μιλώντας για το Σπιρτόκουτο και τη «μεγάλη σκηνή που απαιτεί να αγκαλιάσεις τη φιλοδοξία σου», όπως λέει, το βραβείο του καλύτερου ηθοποιού που απέσπασε στο διεθνές Φεστιβάλ του Σαράγεβο για τη «Δημοκρατία του Μπακλαβά», μια παράσταση που τον «τράβηξε από την Άβυσσο», το έργο του Ευγένιου Ο’Νηλ «Ο Παγοπώλης έρχεται», για το οποίο κάνει πρόβες,  την ταινία του  Σπύρου Ιακωβίδη «Black Stone», αλλά και το νέο θεατρικό έργο που έγραψε και σκηνοθετεί, επιμένοντας πως «η σκηνοθεσία είναι ο μόνος τρόπος να συνθέτω κάτι με ανθρώπους δικούς μου, με το δικό μου αρχείο από όνειρα που βλέπω».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ: Σπιρτόκουτο the Musical

Είναι η μεγαλύτερη παραγωγή που έχω συμμετάσχει, καθώς και η μεγαλύτερη συστηματική έκθεση σε κόσμο στο θέατρο. Αυτό με κάνει και αισθάνομαι δυσφορία κάποιες φορές. Αισθάνομαι ότι μου λείπουν 100 θέσεις απέναντι μου, που να μπορώ να δω τα πρόσωπα όλων. Απευθύνεσαι προσωπικά εκεί. Σε έναν – έναν. Πετυχαίνω κόσμο στο τρένο που τους θυμάμαι ως θεατές από παραστάσεις και δεν με θυμούνται εκείνοι. Αυτό στη σκηνή που είμαστε, και με το είδος παράστασης που ανεβάζουμε δεν μπορείς να το κάνεις. Είναι σαν να απευθύνεσαι στο σκοτάδι, σε σκιές, και πας διαισθητικά, με το τι ακούς, την ενέργεια. Τη θερμοκρασία σου. Έχει μια ψυχρότητα. Η απόσταση είναι μεγάλη. Παίζεις με άλλα μεγέθη. Αισθάνομαι ότι είναι μια σκηνή που απαιτεί να αγκαλιάσεις τη φιλοδοξία σου, ένα χρήσιμο εργαλείο μιας τέτοιας θεατρικής σκηνής για να φτάσει ένα σήμα κάτω. Κι έχω τεράστιο θέμα με τη φιλοδοξία, όπως και με τη ματαιοδοξία. Όταν με πιάνω να γίνομαι ματαιόδοξος με απεχθάνομαι. Δεν λέω ότι δεν είμαι ή ότι το καταλαβαίνω πάντα όταν είμαι, λέω το απεχθάνομαι. Κάπως, από τύχη πιστεύω, αυτό που κάνω εγώ στην παράσταση είναι και λίγο πάσα με άδειο τέρμα και απλώς πρέπει να σπρώξω τη μπάλα μέσα.  Επουδενί δεν πιστεύω για παράδειγμα ότι κάνω κάτι τόσο άρτιο ή αδιαπραγμάτευτο όσο είναι το παίξιμο του Δημήτρη Κλωνή (του ντράμερ μας) ή του Γιάννη του Παπαδόπουλου (του πιανίστα μας).

Εγώ αυτούς ακούω και σκέφτομαι «μαλάκα είσαι απατεώνας, εξαπατάς τον κόσμο».

Από κει και πέρα θεωρώ ότι είναι οριακά μία αντί – μιούζικαλ παράσταση. Είμαι περήφανος που βρίσκομαι εκεί. Αν κάποιος την πάρει τελείως κυριολεκτικά ή έρθει να τη συγκρίνει με την ταινία του Οικονομίδη θα χάσει το χρόνο του. Αν η παράσταση λεγόταν ΚΟΡΥΔΑΛΛΟΣ, δεν νομίζω να υπήρχαν οι ίδιες επιφυλάξεις ή αν το παίζαμε στο BIOS. Βέβαια αυτή είναι και η τέχνη μας. Σπας το κεφάλι σου στο τοίχο, αφοπλίζεσαι μπροστά σε τόσους άγνωστους Τετάρτη με Κυριακή κι αυτοί το παίρνουν αυτό και το κάνουν κωλόχαρτο. Σε ξερνάνε σε 5 λεπτά αφού τελειώσει η παράσταση ή σου φτιάχνουν μια ψηφιακή προτομή και την κοινοποιούν. Έχει πεθάνει η συνομιλία με αυτό που βλέπω, η περιέργεια, η αμφισβήτηση. Δεν μπορούν να συζητήσουν ούτε καν οι καλλιτέχνες πλέον για τεχνική, αισθητική, περιεχόμενο, για το μαστόρεμα στην κατασκευή μιας παράστασης.  Είτε το στέλνει για κάψιμο, είτε είναι κάτι υπερθετικό. Δεν οφείλει κανένα έργο τέχνης ούτε να σου «αρέσει» ούτε να μην «σαρέσει». Ούτε να το αγαπάς σου χρωστάει ούτε να το μισείς – και το ίδιο ισχύει και για τους καλλιτέχνες. Δεν είσαι το κέντρο του σύμπαντος, πως το λένε. Δεν έχεις τη σημασία που νομίζεις. Είναι σαν να περιμένει κάποιος από έναν θίασο ενός έως 30 ανθρώπων να ικανοποιήσει οποιαδήποτε προσδοκία αυτός προσωπικά έχει σε σχέση με την παράσταση που πήγε να δει, γιατί λέει «πλήρωσε» ή επειδή «το’χει διαβάσει» ή «το ξέρει».  Μπορούμε να διανοηθούμε την εγωκεντρική, αφαιμακτική αυτή αντίληψη που μια μερίδα του κοινού, των καλλιτεχνών και των κριτικών έχουν απέναντι στην τέχνη; Δεν έχει απαραίτητα αξία ο λόγος σου επειδή σου δίνεται η ελευθερία την οποία καταχράζεσαι και βιάζεις για να πεις ό, τι θες όπου θες όποτε θες χωρίς καμία εμβάθυνση, καμία διαδρομή, κανένα επίτευγμα, καμία διαλεκτική επειδή πιστεύεις το πτυχίο σου, το γούστο ή το άβατάρ σου – ή την ψηφιακή πλατφόρμα που το θρέφει – περισσότερο από την πραγματικότητα. Που είναι ότι είσαι άσχετος, μικρός, μοχθηρός. Ότι γερνάς, πεθαίνεις. Όπως ξερνάς το θέατρο έτσι θα σε ξεράσει κι αυτό. Το ίνσταγκράμ σου δεν χωράει στο θέατρο ούτε η στήλη στην οποία γράφεις για πράγματα που άλλοι φτιάχνουν επειδή δεν μπορείς να φτιάξεις τίποτα. Σε 50 τετραγωνικά μένεις ή λιγότερα, τα πληρώνεις πολύ ακριβά, θα πεθάνεις στο νοίκι μάλλον και δεν θα καταφέρεις ποτέ όλα αυτά που ήθελες. Αυτήν την πολύ απλή αλήθεια το ίνσταγκραμ δεν θα στην πει ποτέ. Ούτε θα σου πει ότι είσαι τόσο πλούσιος ή προνομιούχος που δεν έχεις καμία επαφή με τη ζωή. Έλα στο θέατρο να πληγωθείς. Έλα να ακούσεις ότι φταις. Έλα να θιχτείς, έλα επειδή εκεί δεν επιτρέπεται να μιλήσεις. Έλα επειδή η ζωή δεν βγάζει κανένα απόλυτο νόημα και μην περιμένεις να βγάζει το Θέατρο, η Τέχνη, που για τόσους καλλιτέχνες – που έχουν μαυρίσει τα συκώτια τους στη σκηνή – είναι συνώνυμο της ζωής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ: Η Δημοκρατία του Μπακλαβά

Όπως και το Σπιρτόκουτο έτσι και η Δημοκρατία του Μπακλαβά έχει ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου. Η Δημοκρατία του Μπακλαβά ούτως ή άλλως γιατί είναι η παράσταση που με σήκωσε απ΄το βούρκο μετά τη δεύτερη καραντίνα, που την πέρασα όλη φροντίζοντας τον πατέρα μου, έναν άνθρωπο που σχεδόν δεν τον γνώριζα ως τότε (κι ίσως τελικά δεν τον γνώρισα πραγματικά ποτέ) και παρόλα αυτά έπρεπε να φροντίσω και να εξοικειωθώ με μια σκοτεινή συνθήκη του μυαλού του, που ήταν η σχιζοφρένεια. Συν ένα εξαντλημένο σώμα από τις κακουχίες του δρόμου, που ζούσε για χρόνια, χωρίς να το γνωρίζω. Με τράβηξε από την Άβυσσο αυτή η παράσταση. Με έφερε στο φως.

Προς τέλη Σεπτέμβρη ο πατέρας μου πέθανε στο νοσοκομείο, βρισκόταν πλέον μήνες εκεί, κι εγώ βρισκόμουν σε πρόβες με το Σπιρτόκουτο. Πέντε μέρες μετά τον θάνατό του πετούσα για Σαράγεβο με τη Δημοκρατία του Μπακλαβά για παράσταση. Κανόνισα την αποτέφρωσή του και την επόμενη της τελετής έφυγα. Το ότι πήγα στο Σαράγεβο λοιπόν για 4 μέρες με ανθρώπους που εγώ πλέον θεωρώ συγγενείς μου και με αυτήν την παράσταση ήταν κάτι που με προστάτευσε και δεν έχασα το μυαλό μου, δεν με έπνιξε η θλίψη. Γύρισα κι επέστρεψα στις πρόβες και μερικές μέρες μετά μου είπαν ότι κέρδισα το βραβείο του καλύτερου ηθοποιού στο διεθνές Φεστιβάλ του Σαράγεβο (MESS). Θα πω με μεγάλη ειλικρίνεια ότι δεν με αφορούν τα βραβεία ιδιαιτέρως. Αυτό το βραβείο έχει αξία για μένα όμως γιατί έγινε μετά από όλα αυτά. Εγώ διάλεξα να του δώσω την αξία που έχει. Ωρίμασα παίζοντας αυτήν την παράσταση. Η ζωή μου έγινε πιο περίπλοκη, πιο μεγάλη, πιο δύσκολη, παράλληλα με αυτό το έργο, επειδή συνέβησαν πολλά γεγονότα στη ζωή μου τον τελευταίο ενάμιση χρόνο. Θα είχα συγκινηθεί το ίδιο αν μου είχαν στείλει οτιδήποτε άλλο από αυτό το Φεστιβάλ. Με ηρεμεί πλέον επίσης που διαχωρίζονται με το χρόνο οι θέσεις του καθενός στον χώρο. Με ρώτησε πολύς κόσμος, πώς είναι δυνατόν, καμία πολιτιστική στήλη να μην έγραψε τίποτα για τη βράβευσή μου και τους είπα «γιατί αυτό είναι δίκαιο». Δεν γίνεται να απορρίπτεις την πεπατημένη του «νέου καλλιτέχνη» ένα ολόκληρο επικοινωνιακό μοντέλο, απ΄ τα 22 σου μέχρι σήμερα και να ενδιαφέρονται για σένα ξαφνικά επειδή βραβεύτηκες. Έχεις πάρει θέση για μερικά πράματα. Αυτό το μοντέλο δεν έχει καμία θέση, πάει όπου το πάει η αγορά και το καταναλωτικό γούστο, είναι δίκαιο λοιπόν να μην συνομιλεί με μια  – φευγαλέα εντελώς να πούμε κιόλας, δεν σημαίνει αντικειμενικά κάτι – αναγνώρισή σου. Εκτός κι αν έχει να κερδίσει κάτι από αυτό. Από μένα δεν έχει να κερδίσει κανένας δημοσιογράφος, καμία εφημερίδα και κανένα site απολύτως τίποτα. Κι αυτό είναι δίκαιο.

Η περιοδεία μας συνεχίστηκε με τη Θεσσαλονίκη (την καλύτερη παράσταση της περιοδείας για μένα), τα Σκόπια και το Baden, λίγο έξω απ’ τη Ζυρίχη. Εύχομαι να συναντηθούμε και με άλλα μέρη στο μέλλον. Σπουδαίο το τι κόπο ρίχνει ο Αζάς για το έργο του. Του είμαι ευγνώμων για όλα. Δεν έχω συναντήσει ποτέ σκηνοθέτη πέρα από εκείνον και τον Ακύλλα Καραζήση που να μην τρέμει, να μην παραλύει στην ιδέα, την παρουσία ενός χειραφετημένου ηθοποιού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ: Ο ΠΑΓΟΠΩΛΗΣ ΕΡΧΕΤΑΙ, ΑΚΥΛΛΑΣ ΚΑΡΑΖΗΣΗΣ

Έχουμε ξεκινήσει πρόβες με το έργο του Ευγένιου Ο’Νηλ «Ο Παγοπώλης έρχεται».

Είμαι προφανώς πολύ τυχερός που βρίσκομαι σε αυτήν την παρέα.

Συναντιέμαι ξανά μεταξύ άλλων με τον Κωνσταντίνο Πλεμμένο. Μεγαλώσαμε κυριολεκτικά μαζί κάνοντας θέατρο, αλλάξανε οι ζωές μας από τη σχολή που είμασταν συμμαθητές ως τώρα. Είναι πατέρας πλέον, έχει μία κόρη. Όποτε συναντιόμαστε στο θέατρο εγώ μαθαίνω δίπλα του. Τον θεωρώ τον καλύτερο ηθοποιό στη γενιά μας. Τον καμαρώνω, σηκώνει παραστάσεις ολόκληρες στην πλάτη του, ανεπιτήδευτα εντελώς. Θεωρώ ότι ο χώρος είναι αδυσώπητος ώρες ώρες. Είναι δυνατόν να μην έχουν πάρει σκηνοθέτες τον Κωνσταντίνο να παίξει όλον τον Σαίξπηρ, τον Σίλλερ, τον Μπύχνερ… Να περνάει ακροάσεις ο Κωνσταντίνος; Σκηνοθέτες θα έπρεπε να περνάνε ακροάσεις από αυτόν.

Δεν χρειάζομαι πλέον να μιλήσω για τον Ακύλλα τόσο, έχει αλλάξει πολλά σχήματα το τι με έμαθε ως δάσκαλος, ως σκηνοθέτης, ως φίλος μέσα από τις συνεργασίες μας και την παρέα μας. Αισθάνομαι ότι έμαθα πολύ περισσότερα μακριά του παρά όσα μάθαινα δίπλα του. Και ξέρω καλά ότι αυτό ήθελε και ο ίδιος. Αυτό τον κάνει πραγματικά περήφανο. Να απορείς, να μην έχεις πατέρα, να σκοτώσεις τον πατέρα, τη μάνα, τον κηδεμόνα, τον μπάτσο στη πρόβα. Τον δάσκαλο. Εγώ περίμενα απαντήσεις από την τέχνη και με έχω τσακίσει στην απόπειρά μου να τις βρω, από τον τάδε σκηνοθέτη και αυτό τον τρόπο, τον άλλο με το μύθο του αυστηρού δικτάτορα, του άλλου που είναι νέος και αμφιλεγόμενος και υπόσχεται αυτό κι εκείνο η πορεία του…

Όλοι πολύ βέβαιοι εν τέλει.

Κι αντιστοίχως αναζητούσα μια βεβαιότητα που αντιλαμβάνομαι πλέον πως δεν τη θέλω.

Οφείλουμε να αφήνουμε στη θεατρική σκηνή χώρο να ονειρεύεται κάποιος. Να συνδιαλαγεί με το ασυνείδητο του. Αυτό μπορεί να συμβεί μόνο αν ερχόμαστε περισσότερο ως βλάκες και λιγότερο ως αυθεντίες για να δούμε κάτι. Με τα μάτια του βλάκα. Τα απόλυτα συστατικά απ΄τα οποία είσαι φτιαγμένος θα σου στερήσουν την παράσταση και φυσικά η παράσταση αν είναι εξίσου βέβαιη ή βεβαιότερη από σένα το πολύ πολύ αυτό που θα σου διηγηθεί είναι ότι δεν φταις σε τίποτα και συμφωνεί με όλα μαζί σου και να σε διασκεδάσει. Ο σπόρος για όλα αυτά τα ερωτήματα είναι η συνάντηση με τον Ακύλλα, αλλά το σκάψιμο το έχω ρίξει μόνος. Κι επειδή σκηνικά έχουμε καιρό να συναντηθούμε θέλω να δω πως εξελιχθήκαμε κι εγώ κι εκείνος αυτό το διάστημα μακριά.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ: BLACK STONE, Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης/ΣΙΝΕΜΑ

Το Black Stone μου το πρότεινε ο Σπύρος Ιακωβίδης, ο σκηνοθέτης της ταινίας αυτοπροσώπως. Χωρίς casting (που τα βρίσκω αχρείαστα και πάω όχι με μισή καρδιά σε αυτά, είναι σαν να μην πηγαίνω) χωρίς τίποτα. Βγήκαμε για έναν καφέ και μου είπε «έχω αυτήν την ταινία, την παλεύω 10 χρόνια, θέλω να παίξεις εσύ αυτόν τον ρόλο, είμαι σίγουρος, θέλω να πεις ναι». Πως να μην συγκινηθείς από την εμπιστοσύνη που σου δίνει κάποιος με αυτόν τον τρόπο σε κάτι τόσο δικό του; Και μου λέει μετά «θα παίζει ο Νέγρος του Μοριά, ο Κέβιν», τρελάθηκα. Λέω τι μου λέει… Για μένα ήταν και το κερασάκι στην τούρτα ότι θα έπαιζε τη μητέρα μου η Ελένη Κοκκίδου. Θεότρελος άνθρωπος και πολύ καλή ηθοποιός. Είναι αστεία, όμορφη παρέα αλλά είναι πληγωμένη βαθιά και εμένα με εμπνέουν αυτοί οι άνθρωποι. Έχει μάτια πληγωμένου ζώου. Κουβαλάει ζόρια, κι αυτά όλα που λέω δεν μου τα είπε ποτέ εκείνη ούτε κάποιος άλλος. Τι είδα εγώ παίζοντας μαζί της λέω. Έχει μείνει παιδί η Ελένη. Αντιδράει σαν παιδί. Πολύ χάρηκα που μοιραστήκαμε αυτήν την ταινία. Δεν την έχω δει ακόμα βέβαια, σπάνια βλέπω τις ταινίες που παίζω. Στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης αισθάνθηκα μια δικαίωση με τα βραβεία που πήρε. Όχι για μένα, γιατί ούτως ή άλλως αισθάνομαι ότι εγώ έχω τελειώσει με την ταινία καιρό τώρα, από το τελευταίο γύρισμα. Για μένα κόβεται το νήμα με το που τελειώσω τα γυρίσματα. Δεν νοσταλγώ ούτε συνεχίζω κάτι. Για τον Σπύρο όμως και τον Ziad (που το έγραψαν μαζί) την αισθάνθηκα. Μετά από τόσα χρόνια επιμονής με ένα πράμα να φτάνεις τελικά να το βλέπεις… Ήταν πολύ φωτεινή εμπειρία τα γυρίσματα κι εύχομαι το ταξίδι τους να το συνεχίσουν και να τους επιβραβεύσει ακόμα περισσότερο.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ: ΚΑΡΑΝΤΙΝΑ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ, ΕΛΑ ΠΑΡΕ ΜΕ ΑΠΟ ΔΩ.

Πάνε τρία χρόνια από την τελευταία φορά που σκηνοθέτησα κάτι. Κι από ο, τι φαίνεται θα πάρει ακόμη περισσότερο κι αυτό με σκοτώνει, γιατί η σκηνοθεσία είναι ο μόνος τρόπος να συνθέτω κάτι με ανθρώπους δικούς μου, με το δικό μου αρχείο από όνειρα που βλέπω, να μπορώ να φτιάξω κάτι που δεν υπήρχε πριν από το μηδέν κι αφού το ερωτευτώ παράφορα να το χαρίσω στους ηθοποιούς να το πάνε μόνοι όπου θέλουν όπως θέλουν και να με ξεχάσουν. Είναι σαν να γράφεις βιβλίο και να το καις μετά η διαδικασία. Δεν αισθάνομαι ποτέ περισσότερο από όταν σκηνοθετώ. Γι΄ αυτό δεν κυνήγησα ποτέ την «επαγγελματική» στάση γύρω από τη σκηνοθεσία, να παίρνω «ονόματα» και να κάνω 4-5 «πιασάρικα» έργα το χρόνο. Αυτό δεν είναι σκηνοθεσία, δεν ξέρω καν τι είναι.  Είναι πανεύκολο να κάνεις μια παράσταση και να έρθει κόσμος να γελάσει και να συζητηθεί και λίγο. Το έχω δει. Δεν με ενδιαφέρει. Το’χω ξαναπεί, κάποιοι πρέπει να κάνουν τέχνη όσο κάποιοι γεμίζουν τα θέατρα. Συγχυσμένο εντελώς το θέατρο. Γίνεται μια συζήτηση γύρω από το «λαϊκό» θέατρο όλως παραδόξως από ανθρώπους (νέους και παλιούς, καταξιωμένους) που τελείωσαν ιδιωτικά σχολεία ή είναι ευκατάστατοι ή τα παιδιά του τάδε. Από που το έμαθαν ακριβώς το λαϊκό; Μπερδευόμαστε, εννοούμε εμπορικό ή αστικό, λέμε λαϊκό και πολλές φορές καταλήγουμε να κάνουμε λαϊκίστικο. Έλα κάνε μια βόλτα από τις εργατικές συνοικίες στη Νέα Φιλαδέλφεια, μίλα με 10 ανθρώπους από κει και πες μου αλήθεια αν του απευθύνεται η παράστασή σου.

Ήθελα να ανεβάσω φέτος μια παράσταση που έχω γράψει, το ΚΑΡΑΝΤΙΝΑ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ ΕΛΑ ΠΑΡΕ ΜΕ ΑΠΟ ΔΩ, αλλά λόγω μεγάλων εμποδίων που συναντήσαμε με την παραγωγή που συνεργαζόμασταν, οι συντελεστές παραιτηθήκαμε έπειτα από δυόμιση βδομάδες προβών για να μπορέσουμε να το κάνουμε με καλύτερους όρους. Σε αυτό το στάδιο ξαναφτιάχνω την πρόταση του έργου για να το στείλω κάπου που ενδεχομένως να μας παρέχουν αυτά που είναι απαραίτητα για να υλοποιηθεί. Είναι ιστορίες που έγραψα κατά τη διάρκεια των δύο Καραντίνων. Βρίσκω τρομακτικό για τη ψυχοσύνθεσή μας ότι κανένας δεν έκανε παράσταση σε σχέση με αυτό ή με έναυσμα έστω αυτό το γεγονός. Δεν το συζητήσαμε καν το τραύμα, την ανεπανόρθωτη ενδεχομένως ζημιά που άφησε στο ψυχισμό μας. Είναι από τα μεγαλύτερα γεγονότα στην μοντέρνα ιστορία της ανθρωπότητας. Δεν θέλω να πω πολλά για το τι ακριβώς είναι αυτές οι ιστορίες.

Μπορώ να πω ότι αδημονώ να συναντήσω τα μάτια που θα μας βλέπουν να το παίζουμε. Ειδικά τώρα που οι βεβαιότητες απλώνονται όλο και περισσότερο, κι από νωρίτερα.

Αφήνω μόνο αυτό από το έργο εδώ:

«Ειρήνη! Της λέει, τι κάνεις εσύ εδώ; Αυτή κρατούσε δύο σακούλες ψώνια Σκλαβενίτη κι άρχισε να χτυπιέται στο πάτωμα μέχρι που γέννησε ένα αβγό. Από μέσα βγήκε ένα μωρό μισό γεράκι, μισό γνωστός σκηνοθέτης και είπε «ΗΡΘΑ ΝΑ ΠΙΩ ΚΟΚΕΣ ΚΑΙ ΝΑ ΓΑΜΗΣΩ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΣΑΣ» κι έτρεξε προς το μικρότερο παιδί που αντίκρισε το μάτι του και το βίασε φορώντας μια δερμάτινη καπότα με ένα σουγιά ραμμένο στην άκρη της, κοιτώντας μία την Ειρήνη μία τον Μάκη προσκαλώντας τον να συμμετάσχει κι αυτός, κι όλοι οι προφήτες και η Ειρήνη κι ο Χριστός και οι Τσολιάδες έξω απ’τη Βουλή σε μια Αθήνα κλεισμένοι μέσα, φοβισμένοι, μίζεροι και τελειωμένοι, μια σκιά της σκιάς της και θύμα της αρρωστημένης αρχιτεκτονικής και του αιώνιου κακού που ήταν σπόρος φυτεμένος κάτω από κάθε πλακάκι ή παγκάκι ή παγάκι ή τασάκι ή οτιδήποτε…

Κι ένας μεσήλικας καχύποπτος από ένα μπαλκόνι ξεραμένο, κάπου στον τρίτο ή τον τέταρτο, από  σημείο που έβλεπε δεν έβλεπε κι απλώς άκουγε τους ήχους σκεφτόταν μήπως έπρεπε να κάνει  κάτι, να πάει να δει ή να μάθει τι ήταν όλο αυτό, να εμπλακεί με τη ζωή και με τη τρέλα και τον  κίνδυνο αλλά διάλεξε η απόφαση να παρθεί από αλλού. Κοίταξε ψηλά στον Ουρανό πάνω απ΄ τη  στέγη που σκεπάζει γραβάτες και θηλιές που σε κύκλους χόρευαν κοράκια κι αηδόνια, και τα  ρώτησε: «Αν βγω θα ζήσω;». Τα πουλιά έβγαλαν φωνή βραχνή και με μάτια κατακόκκινα  μαδώντας τα φτερά τους, του είπαν « Δεν σε βρίσκει Θάνατος, ήσυχος να κάτσεις. Κλείσε το  παράθυρο άνοιξε ειδήσεις». Κλείνει το παράθυρο και ανοίγει τις ειδήσεις. Δύο βδομάδες άντεξε  κι έκοψε τις φλέβες του…»