featured Κινηματογράφος Ντοκιμαντέρ

Άγγελος Ράλλης: «Χρησιμοποιώ τον φακό ως μέσο περιπλάνησης»

«Όταν άκουσα για τις επιθέσεις στην πόλη της Σινγκάλ στο βόρειο Ιράκ εναντίον των Γεζίντι, τις απαγωγές των γυναικών τους απο την ΙΣΙΣ και τον ξεριζωμό ολόκληρης της κοινότητάς τους, άρχισα να διερευνώ την προοπτική να γυρίσω ένα ντοκιμαντέρ», γράφει στο artplay.gr ο κινηματογραφιστής σκηνοθέτης Άγγελος Ράλλης που η ταινία του «Πού είσαι Σινγκάλ; » απέσπασε Ειδική Μνεία στο 19ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Ρωτήσαμε τον Άγγελο για τις δυσκολίες, τους κινδύνους, τις σπαρακτικές και γοητευτικές ιστορίες, τους ανθρώπους που θα θυμάται  από αυτην την περιπέτεια. Αλλά και τι τον φόβησε ίσως, τι τον συγκίνησε και τι τον έκανε να μπει σε αυτό το ταξίδι.

Και ο Άγγελος είπε:

«Εκείνο το διάστημα έψαχνα ένα θέμα για το δεύτερο ντοκιμαντέρ μιας τριλογίας που δουλεύω που έχει ως θεματική την μετα τραυματική συμπεριφορά. Έμεινα έκπληκτος όταν έμαθα ότι δεν είναι η πρώτη φορά που οι Γεζίντι έχουν διωχθεί άλλα όλη η ιστορία τους κάνει αναφορές σε επιθέσεις και απόπειρες γενοκτονιών. Το ευρύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο στα σύνορα μεταξύ Τουρκικού-Κουρδικού και Συριακού Κουρδιστάν είναι πολύ δύσκολο γιατί πολιτισμοί και κουλτούρες βρίσκονται σε συνεχή διαμάχη μεταξύ τους. Η θρησκευτική μειονότητα των Γεζίντι έχει βρεθεί κατά καιρούς στο στόχαστρο όλων των γειτόνων τους. Κατα την διάρκεια των γυρισμάτων δεν αντιμετώπισα ιδιαίτερες δυσκολίες γιατί είμαι συνηθισμένος να δουλεύω σε περιοχές που υπάρχουν εντάσεις.

Ανήκω στην κατηγορία των σκηνοθετών που χρησιμοποιούν τον φακό τους ως μέσω περιπλάνησης με στόχο να γεμίσουν εμπειρίες, να εξερευνήσουν, η να παρατηρήσουν μια κατάσταση. Το ντοκιμαντέρ είναι για μένα μέσο επικοινωνίας και γνωριμίας με ανθρώπους που δύσκολα θα συναντούσα. Οι επιρροές μου προέρχονται από το θέατρο, την φωτογραφία και την ανθρωπολογία και για αυτό δίνω πολύ έμφαση σε στοιχεία όπως η ανθρώπινη τραγωδία, τα έντονα συναισθήματα και ο σεβασμός στην διαφορετικότητα. Η σκηνοθετική μου προσέγγιση χαρακτηρίζεται από την συνεχή κινηματογράφηση με μονοπλάνα έτσι ώστε ο πραγματικός χρόνος να απεικονίζεται ρεαλιστικά και στον χρόνο της ταινίας.  Δεν θέλω ο θεατής απλά να δει μια ταινία, θέλω να ζήσει την εμπειρία σαν να ήταν εκεί, όπως ακριβώς την έζησα και εγώ.

Το ντοκιμαντέρ που είσαι Σινγκάλ έχει ως κύριο αφηγηματικό στοιχείο τις προσπάθειες μια οικογένειας Γεζίντι προσφύγων να απελευθερώσουν τις γυναίκες τους που βρίσκονται στα χέρια του Ισλαμικού κράτους. Για μένα αυτή η αναζήτηση των γυναικών είναι παράλληλα και μια μεταφορά για την αναζήτηση μιας νέας ταυτότητας για τους ξεριζωμένους Γεζίντι μακριά απο την θρησκευτική τους πρωτεύουσα Σινγκάλ, που έχει πλέον καταστραφεί ολοσχερώς. Θα καταφέρουν οι Γεζίντι να επιβιώσουν σαν κοινότητα; Αυτό είναι το πραγματικό δίλημμα των Γεζίντι και γι’ αυτό  διαλέξαμε τον τίτλο Που είσαι Σινγκάλ;

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό έρχεται μέσα από την παρατήρηση της ανθρωπογεωγραφίας του χώρου του καταυλισμού και μέσα από τα μάτια τριών γενεών Γεζίντι,  της οικογένειας Χαβίντ, των παιδιών και των γερόντων. Τα μικρότερα παιδιά των οικογενειών όπως ο Σαμπάχ, ακόμη δεν μπορούν να συνειδητοποιήσουν τι έχει συμβεί και προσπαθούν να αποφύγουν τις σοβαρές συζητήσεις, βρίσκοντας καταφυγή στο ψάρεμα στις λίμνες και τα ποτάμια, που βρίσκονται πίσω από το ανθρακωρυχείο. Για αυτά, ο πόλεμος δεν είναι πια τίποτα περισσότερο από ένα παιχνίδι. Όταν ακούν για τις απαγωγές και τους ομαδικούς τάφους, πλέον δεν φοβούνται. Καθώς πετούν πέτρες στα εγκαταλελειμμένα κτίρια, στρατιωτικά ελικόπτερα πετούν από πάνω τους στον ουρανό. Χαμογελούν με πίκρα κάθε φορά που αντικρίζουν τα ελικόπτερα με τα πολυβόλα και τον εκκωφαντικό θόρυβο, ενώ φωνάζουν «Γενοκτονία! Κεραυνός στους Yezidi! «Όταν βρίσκονται μεταξύ τους, τα παιδιά παίζουν αθώα και ονειρεύονται τι θα μπορούσε να τους προσφέρει η ζωή, αν τους δινόταν η ευκαιρία να επιλέξουν. Όλα φαίνεται να συμφωνούν: Η ιστορία των νεαρών Yezidi, δεν είναι παρά μια ανάμειξη του χιούμορ με την τραγωδία  που βρίσκεται διαρκώς στην καθημερινότητα τους. Προκειμένου να επιβιώσουν στις δύσκολες σχεδόν εμπόλεμες συνθήκες, να παλέψουν με τα δεινά τους, αλλά και να λύσουν τα αναρίθμητα προβλήματα τους, οι νεαροί Yezidi έχουν εφοδιαστεί με μερικά ψυχολογικά όπλα, όπως είναι το χιούμορ και ο σαρκασμός.

Για τους γέροντες των Yezidi όπως ο Αμπου Τζαλάλ, πλέον το να ζουν μεταξύ των μουσουλμάνων, δεν είναι εφικτό. Ονειρεύονται ότι οι απαχθείσες γυναίκες τελικά θα επιστρέψουν, και θα εγκατασταθούν τελικά  σε μια χώρα όπου τα ανθρώπινα δικαιώματα, και κυρίως αυτά των μειονοτήτων θα προστατεύονται. Αν και θεωρούν πως είναι πολύ αργά πλέον για τους ίδιους, ελπίζουν ωστόσο πως οι Yezidi θα βρουν προστασία στην Ευρώπη ή πως η διεθνής κοινότητα θα τους εξασφαλίσει μια αυτόνομη περιοχή, στην οποία να μπορούν να ζήσουν με ειρήνη, τιμώντας τη δική τους κουλτούρα και παράδοση. Αισθάνονται ότι οι ίδιοι είναι πολύ μεγάλοι πια για να ξεκινήσουν μια νέα ζωή στην Ευρώπη. Ο χαρακτήρας του Άμπου Τζαλάλ είχε έκδηλο τον πόνο του ξεριζωμού και ο καημός που είχε μέσα του μου θύμιζε την γιαγιά μου που υπήρξε και αυτή κάποτε πρόσφυγας. Στο τελευταίο γύρισμα πριν φύγω του είχα υποσχεθεί ότι όταν η Σινγκάλ θα απελευθερωθεί θα τον συνόδευα στο ταξίδι της επιστροφής. Ο Αμπου Τζαλάλ σε κάθε σκηνή που κινηματογράφησα απευθυνόταν συνέχεια στον θεό, σαν να ένιωθε το τέλος του να έρχεται. Πράγματι, λίγες μέρες μετά πέθανε. Η ταινία ολοκληρώνεται με  την επιστροφή στην πόλη Shingal, όπου οι Χαβίντ ελπίζουν να ανακαλύψουν τι έχει απομείνει από την προηγούμενη ζωή τους εκεί, αλλά και από  τον πολιτισμό τους. Ξέρουν πως η πόλη Shingal έχει καταστραφεί ολοσχερώς. Αυτή ήταν η πιο δύσκολη στιγμή για τους Γεζίντι αλλά και για μένα αποτέλεσε μια συναισθηματική ανάγκη να επισκεφτώ την Σινγκάλ και να κινηματογραφήσω τον τάφο του Αμπου τζαλάλ».

Άγγελος Ράλλης