featured Βιβλίο

Ελισάβετ Χρονοπούλου και Μαρία Τσιμά: Δυο γυναίκες μιλούν για αυτά που τις εμπνέουν

Έναν ύμνο στη μικρή φόρμα, στη σημασία της λεπτομέρειας και την ανάδειξη της στιγμής, αλλά κυρίως μια υπόκλιση στη χειρονομία, επιχείρησαν μέσα από τα δυο τελευταία βιβλία τους, η σκηνοθέτις Ελισάβετ Χρονοπούλου με το «Ο έτερος εχθρός» (εκδόσεις Πόλις ) και η ηθοποιός Μαρία Τσιμά με «Το λιθόστρατο» (εκδόσεις Στερέωμα). Στέκονται με τρυφερότητα, συγκίνηση, βαθιά αγάπη και εκτίμηση απέναντι στους ανθρώπους και στις ιστορίες τους και παραδίδουν αριστοτεχνικά και κομψά κείμενα που αποτυπώνονται στην καρδιά και στη σκέψη.

 

Ε.Χρονοπούλου: «Επινοώ ιστορίες για να παρηγορηθώ απ’ αυτά που με πληγώνουν» 

«Ήθελα να λέω ιστορίες και στράφηκα στην εικόνα επειδή δεν την φοβόμουν τόσο πολύ», παραδέχεται η σκηνοθέτις Ε. Χρονοπούλου που επιλέγει να φωτίσει τις μεγάλες και τις μικρές πράξεις των ανθρώπων που βρέθηκαν και έζησαν σε οριακές εποχές όπως η γερμανική κατοχή, μέσα από ήρωες δέκα ιστοριών που αντιμετωπίζουν πέρα από τον φανερό κι έναν διαφορετικό εχθρό. Με κυρίαρχο ρήμα το «Ζήσαμε», η συγγραφέας μιλά για ανθρώπους που επιβίωσαν και «κράτησαν μέσα τους το τίμημα αυτής της επιβίωσης, σαν ένα μυστικό που το βάρος  του συνόδευσε όλη την υπόλοιπη ζωή τους».

– Πώς γεννήθηκε το «Ο Έτερος Εχθρός»;

«Γεννήθηκε στα πρώτα χρόνια της κρίσης, απ’ την αγωνία μου για το αν θα καταφέρουμε, ατομικά και συλλογικά, να σταθούμε «άξιοι των καιρών».

– Τι είναι αυτό που θέλετε να διαφυλάξετε στις ιστορίες σας;

«Επινοώ ιστορίες για να παρηγορηθώ απ’ αυτά που με πληγώνουν,  για να καταλάβω τα ακατανόητα, τις σκοτεινές πτυχές του ανθρώπινου ψυχισμού και της συμπεριφοράς και ελπίζοντας να βρω δικαιολογίες για τους κακούς, κάτι που σπάνια καταφέρνω».

-Τι αποτελεί έμπνευση για τα γραπτά σας;

«Μια ανθρώπινη συμπεριφορά που μου προκαλεί είτε υπερηφάνεια και δέος, είτε ντροπή».

Η Ελισάβετ μεγάλωσε στη δεκαετία του 60, «εποχή που η εικόνα δεν είχε πάρει την πρωτοκαθεδρία απ’ τον λόγο. Στο σχολείο», όπως λέει, « διδασκόμαστε την καθαρεύουσα, στο σπίτι μιλούσαμε στη δημοτική. Ο φιλόλογος παππούς και η γιαγιά μιλούσαν μια γλώσσα μεικτή, αλλά μας μάλωναν πάντα στην καθαρεύουσα. Η αγαπημένη μου θεία, που με μεγάλωσε και δεν είχε πάει ούτε στην πρώτη δημοτικού, έβοσκε πρόβατα ως δώδεκα χρόνων στα βουνά της Αρκαδίας. Οι ιστορίες απ’ τα παιδικά της χρόνια ήταν μαγικές όσο και το υπέροχο παχύ σίγμα της κι όλες αυτές οι τραχιές άγνωστες λέξεις, ονόματα άγνωστων πραγμάτων.

Αυτή η γλωσσική ποικιλία μου καλλιέργησε από πολύ νωρίς την ικανότητα να τέρπομαι απ’ τις λέξεις και τις ιδιοτροπίες τους, από μια παράδοξη σύνταξη, απ’ τις διαλέκτους και τα τοπικά ιδιώματα, απ’ τις διαφορετικές προφορές και ν’ αντλώ μεγάλη ηδονή απ’ τον λόγο κι ακόμη μεγαλύτερη απ’ τη λογοτεχνία για την οποία ένιωθα δέος. Για αυτό αρχικά ίσως δεν τόλμησα να δοκιμάσω να γράψω. Όμως ήθελα να λέω ιστορίες κι έτσι στράφηκα στην εικόνα, ίσως ακριβώς επειδή δεν την φοβόμουν τόσο πολύ».

-Τι αγαπάτε από τα διηγήματα του βιβλίου;

«Με συγκινεί πολύ η φράση του Βασίλη Τσατίρη στο διήγημα «Λεβίδου 5, Κολωνός», και στο σημείωμά του προς τη γυναίκα του, λίγη ώρα πριν στηθεί στο εκτελεστικό απόσπασμα: «Λενιώ μου θάνατος δεν υπάρχει. Αυτόν τον κόσμο θα τον φτιάξουμε δίκαιο νεκροί και ζωντανοί μαζί. Έτσι θα γίνει.» Με συγκινεί γιατί υποδηλώνει τη σημασία της «συνέχειας» της ανθρώπινης περιπέτειας σ’ αυτόν τον κόσμο, την υποχώρηση του εγώ μπροστά στο εμείς που είναι και ο μοναδικός τρόπος να νικήσεις το θάνατο. Γιατί υποδηλώνει μια ρομαντική πίστη στην ανθρωπότητα».

Μαρία Τσιμά : «Σαν μια ανασκαφή που με βοηθά να ξαναδώ τον κόσμο»

«Η Κεφαλονιά είναι ο τόπος που γεννήθηκα, που ζουν αλλά και που έχουν ταφεί οι αγαπημένοι μου άνθρωποι. Εκεί αναφέρομαι. Η απώλεια είναι μια μεγάλη περίοδος οδύνης και προσαρμογής σε κάτι εντελώς καινούργιο. Μια άλλη εικόνα του εαυτού μας. Σε 33 εικόνες παρακολουθώ μια διαδρομή. Και προσπαθώ να αφηγηθώ την άλλη- εσωτερική – διαδρομή των ηρωίδων μου».

Αυτά αναφέρει η ηθοποιός και αναπληρώτρια καλλιτεχνική διευθύντρια του ΚΘΒΕ για  «Το Λιθόστρατο», μια νουβέλα που αφορά το πένθος.

-Πώς γεννήθηκε «Το Λιθόστρατο»;

«Είχα ακούσει για μια ιστορία απώλειας ενός παιδιού από πνιγμό. Θέλοντας να μιλήσω για το πένθος – μιας και μεγαλώνω και  γεμίζει η ζωή μου από θανάτους και  αποχαιρετισμούς – άρχισα να σχεδιάζω δειλά την ιστορία μέσα από μικρά κεφάλαια. Μέσα σε ενάμιση χρόνο  με σταματήματα , μπλοκαρίσματα και σβήσε-γράφε ολοκληρώθηκε η νουβέλα».

-Τι αγαπάτε σε αυτήν νουβέλα;

«Αγαπάω «Το παραμύθι της γιαγιάς» για τη γυναίκα που πήγε κολυμπώντας στην Ιθάκη για την αγάπη ενός ψαρά.  Για την Αναστασία που έκανε αυτό το παράτολμο ταξίδι για τον έρωτα. Είναι μια ιστορία που την πρωτάκουσα από τα χείλια του  πατέρα μου και χαρακτηρίζει τις γυναίκες από το σόϊ μας. Τώρα που όλοι έχουν χαθεί, το παρελθόν διαστέλλεται . Είναι σαν μια ανασκαφή που φέρνει στην επιφάνεια ευρήματα που με βοηθούν να ξαναδώ τον κόσμο».

-Ποια υπήρξε η σχέση σας με τις λέξεις, τα κείμενα και τις ιστορίες;

«Από  παιδί  μου άρεσαν οι ιστορίες. Το διάβασμα ήταν το  αγαπημένο μου καταφύγιο. Αργότερα στη Φιλοσοφική Ιωαννίνων είχα σπουδαίους δασκάλους λογοτεχνίας, τον Γιάννη Δάλλα, τη Σόνια Ιλίνσκαγια αλλά και τον Ευτύχη Μπιτσάκη στη Φιλοσοφία. Στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών συνάντησα τον ποιητή Κώστα Παπαγεωργίου . Η πολύχρονη δουλειά μου στο θέατρο και ουσιαστικά η  προσωπική σύνδεση με το κείμενο,  σίγουρα έπαιξαν μεγάλο ρόλο για να ξεκινήσω να γράφω».

-Τι αποτελεί έμπνευση για τα κείμενά σας;

«Το νησί που γεννήθηκα και μεγάλωσα, η Κεφαλονιά, αποτελεί διαρκές σημείο αναφοράς. Μια προσπάθεια να ξαναδώ τη ρίζα μου σαν μια διαδικασία εξέλιξης.  Πηγαίνοντας στο  Guggenheim του Bilbao είδα έναν πίνακα του Anselm Kiefer  για τα ηλιοτρόπια και αμέσως ήθελα να μιλήσω για έναν φαντάρο της Μεραρχίας Άκουϊ που έχασε τη ζωή του στην Κεφαλονιά το 1943 και στις τσέπες του είχε ακόμα σπόρους από ηλιοτρόπια της Τοσκάνης. Η πηγή έμπνευσης είναι μια περίεργη υπόθεση».

Μάνια Ζούση