Βιβλίο

Άλκη Ζέη: «Στο κουκλοθέατρο ανακάλυψα τα πρώτα..τηλεπαράθυρα»

Οι ήρωές της παραμένουν ακμαίοι, ανήσυχοι έφηβοι και σκανταλιάρικα παιδιά γεμάτα όνειρα και δράση, εδώ και εξήντα χρόνια. Και τα βιβλία της, που ζουν πολλές ζωές, περνάνε από χέρι σε χέρι και μεγαλώνουν γενιές και γενιές, διατηρώντας την λάμψη της πρώτης νιότης. Η ίδια διαθέτει το ίδιο πάθος για ζωή και την παιδική ανεμελιά των λογοτεχνικών της ηρώων, το πείσμα και την δύναμή τους, την  παντοτινή τους διάθεση για παιχνίδι. Η Άλκη Ζέη, συγγραφέας των παιδιών χωρίς υποκοριστικά στη γραφή και στις λέξεις της, παραμένει αθεράπευτα αισιόδοξη, ελκυστική και κομψή, παρά τα ενενήντα δυο της χρόνια, με σπάνια δύναμη μυαλού και οξύνοια σκέψης.

Συμφωνεί πως «ο χρόνος είναι αυτός που δείχνει πόσο ένα βιβλίο κρατάει», και παραδέχεται με το χαρακτηριστικό αυτοσαρκαστικό της χιούμορ πως δεν είχε ποτέ κανένα άλλο ταλέντο πέρα από το γράψιμο.

Μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο» το νέο της βιβλίο με τίτλο δανεισμένο από μια ερώτηση της εγγονής της: «Πόσο θα ζήσεις ακόμα γιαγιά;». Μια συλλογή που περιλαμβάνει διηγήματα που έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα περιοδικά αλλά και ένα σημερινό θέμα, όπως λέει.

«Ο σαρκασμός και ο αυτοσαρκασμός με κράτησε σε όλες τις δύσκολες στιγμές. Και ελπίζω. Πάντα ελπίζω, πως ακόμα και τώρα κάπου θα βγούμε », ομολογεί.

Η Άλκη Ζέη έχει ζήσει μια μεγάλη και έντονη ζωή στη δύνη των ιστορικών γεγονότων που άλλαξαν την μοίρα του κόσμου, με Πόλεμο, Κατοχή, Εμφύλιο, Εξορία. Με το παιδί να πρωταγωνιστεί στα βιβλία  της όπως και η ίδια της η ζωή, οι άνθρωποι που μεγάλωσε μαζί τους, που γνώρισε, συνάντησε και αγάπησε.

Ο χρόνος φαίνεται να έχει κάνει μυστική συμφωνία μαζί της καθώς όχι μόνο συνεχίζει να γράφει, αλλά και να ταξιδεύει εκεί όπου εκδίδονται τα βιβλία της. Οι επισκέψεις της σε σχολεία σε όλη την Ελλάδα γίνονται με εντατικούς ρυθμούς. Κομψή και φιλάρεσκη, μας αποκαλύπτει μια πρόσφατη ιστορία:  «Περνούσα πριν λίγες ημέρες από την Ερμού, είδα κάτι παπούτσια λουστρίνια , που δεν σας τα περιγράφω και τα πήρα. Όταν με ρώτησε η πωλήτρια για ποιόν ήταν τα παπούτσια και της απάντησα πως ήταν για μένα, που λέει: αχ σας χαίρομαι, είστε πολύ προχωρημένη! Κι αναρωτιέμαι μήπως αγόρασα τίποτα πανκ παπούτσια χωρίς να το καταλάβω!»

Ζει μόνη στο φωτεινό διαμέρισμα της λεωφόρου Αλεξάνδρας, γράφει και αυτοσυντηρείται χωρίς όμως να μαγειρεύει και να κάνει δουλειές. «Δεν μου αρέσουν κιόλας. Ούτε να μαγειρεύω μου αρέσει» ομολογεί με χάρη.

Η Ζέη δεν ζει αναπολώντας το παρελθόν. Όσο για τους ανθρώπους της λέει πως δεν τους σκέπτεται γιατί τους συναντά  στον ύπνο της, καθώς βλέπει πολύ συχνά όνειρα. «Κι ευτυχώς που τους βλέπουμε στον ύπνο μας όπως είπε ένας μεγάλος, γιατί πού αλλού θα μπορούσαμε να τους συναντήσουμε. Όταν το πρωί διηγούμαι τα όνειρά μου, η κόρη μου μου απαντά πως πρόκειται για πλήρες σενάριο. Βλέπω ολόκληρες ιστορίες. Πάντα έβλεπα, αλλά δεν έδινα σημασία, γιατί οι άνθρωποι  ήταν τότε ζωντανοί», σημειώνει.

Τα όνειρά της όμως δεν τα κάνει βιβλίο « όπως η Ζυράννα Ζατελλη που όταν τα είδα, σκέφτηκα τι κρίμα να μην τα έχω γράψει κι εγώ. Αλλά εγώ δεν κάθομαι να γράψω αν πρώτα δεν έχω σκεφτεί εντελώς αυτό που θα γράψω. Σχεδόν το μαθαίνω απέξω. Πρέπει να το έχω έτοιμο στο μυαλό μου. Ζω πολύ με τους ήρωές μου και τους βλέπω και αυτούς στον ύπνο μου αλλά δεν μου εξομολογούνται τίποτα απολύτως για την συνέχεια της πλοκής», αναφέρει γελώντας.

 «Δεν έχω φαντασία για  παραμύθια»

Ήταν μόλις εννιά χρονών όταν δημιούργησε από δυο φύλλα κόλλας διαγωνισμού, το αυτοσχέδιο περιοδικό «Ο αστείος κόσμος». Ογδόντα χρόνια μετά συνεχίζει να γράφει. Λίγο σαν παιχνίδι, λίγο σαν πείσμα.

«Αυτό που μου αρέσει να γράφω είναι ιστορίες από την ζωή. Διάβαζα πάντα παραμύθια αλλά δεν μου αρέσει να γράφω παραμύθια. Δεν έχω φαντασία για παραμύθια. Γράφω τον χειμώνα, όταν επισκέπτομαι από τον Δεκέμβρη έως τον Μάρτη την κόρη και τα εγγόνια μου στις Βρυξέλλες. Εκεί έχω ησυχία.

Έχω αρχίσει κάτι πέρυσι που θα το τελειώσω φέτος, αλλά μην ρωτάτε τι είναι γιατί δεν λέω. Αν δεν το τελειώσω δεν το λέω.. ακόμα και στην Ελένη την Μπούρα την επιμελήτριά μου που της έδωσα κάτι, της είπα να το ξεχάσει», αφηγείται με νάζι.

Για το πώς άρχισε η σχέση της με τις λέξεις,  το χαρτί, το μολύβι και τις ιστορίες, η Άλκη Ζέη εξηγεί: «Με είχε εντυπωσιάσει πολύ η Διδώ Σωτηρίου, όταν μπήκε στη ζωή μου, τότε που παντρεύτηκε τον αδελφό της μητέρας μου. Δημοσιογράφος, που έγραφε στο περιοδικό με την υπογραφή της, και έλεγα πως θα κάνω κι εγώ ένα περιοδικό και πήρα δυο κόλλες διαγωνισμού και έκανα τον «Αστείο Κόσμο» και σατίριζα τα ξαδέρφια μου και τους θείους μου. Ήμουν εννιά χρονών. Ζήτησα από την αδελφή μου να συνεργαστεί, μεγαλύτερη από μένα και πολύ καλή μαθήτρια, αλλά όταν είδε το «αρχισιντάκτης» και το «διευθιντής» με ι, αρνήθηκε την συνεργασία . Έτσι συνέχισα μόνη μου ( γέλια) . Από μικρή είχα καταλάβει τι είναι το γράψιμο. Άλλωστε δεν είχα και κανένα άλλο ταλέντο. Ούτε να ζωγραφίσω μπορούσα όπως άλλα παιδιά ούτε να κεντήσω. Κατάλαβα ότι αυτό μου αρέσει να κάνω».

Τα κείμενά της έτυχαν ιδιαίτερης προσοχής και δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό και την εφημερίδα του σχολείου. Στη συνέχεια συμμετείχε στον όμιλο κουκλοθεάτρου της σχολής της που διεύθυνε η καθηγήτρια τέχνης Ελένη Περράκη-Θεοχάρη και  ξεκίνησε να γράφει έργα για κουκλοθέατρο. Μάλιστα ένας από τους χαρακτήρες που δημιούργησε, ο Κλούβιος, έγινε μετέπειτα ένας από τους κυριότερους ήρωες του κουκλοθεάτρου Αθηνών «Μπάρμπα Μυτούσης. Συνέχισε να γράφει για  το κουκλοθέατρο ακόμα και μέσα στην Κατοχή.

«Έγραφα τις παρωδίες που τις έλεγα Κλαψωδίες και ήταν σατυρικές και παραλλαγμένες οι περιπέτειες του Οδυσσέα και είχα ένα μικρό ναυτάκι που το έλεγα Κλούβιο. Αργότερα όταν με τις διάφορες περιπέτειες έφυγα από την Ελλάδα φτάνοντας έως την Ρωσία, ο Κλούβιος μαζί με την Σουβλίτσα έγιναν οι ήρωες  του Κουκλοθεάτρου μέσα από νέα κείμενα και ιστορίες. Ήταν το μοναδικό θέαμα που είχαν τα παιδιά . Κράτησε επί τριάντα χρόνια».

Οι ιστορίες του παππού

«Ο παππούς πάντα μας έλεγε μύθους και ιστορίες», θυμάται. «Ξέραμε απέξω ολόκληρη την μυθολογία. Ο Οδυσσέας με είχε πολύ εμπνεύσει. Εφεύρα και τα πρώτα παράθυρα της τηλεόρασης στο ελληνικό κουκλοθέατρο. Ενώ στην μέση παιζόταν η ιστορία, δεξιά και αριστερά υπήρχαν δυο παράθυρα κι έβγαιναν ο Ποσειδώνας κι η Αθηνά. Ο Ποσειδώνας ήταν φασίστας κι η Αθηνά ήταν με τις Ενωμένες Δυνάμεις. Και μάλωναν και βρίζονταν. Η διευθύντρια του σχολείου, ψηλή και παχιά, έβαζε το αυτί της στην πόρτα μήπως κι ερχόταν κάποιος που θα άκουγε τι λέγαμε. Ήταν Κατοχή. Η Κατοχή ήταν τα ωραιότερα χρόνια της ζωής μας», ομολογεί.

Στην Κατοχή η Άλκη Ζέη σταματά το κουκλοθέατρο και οργανώνεται στην ΕΠΟΝ. «Πηγαίναμε με την Περράκη στα συσσίτια και παίζαμε για τα παιδιά των συσσιτίων. Νιώθαμε ότι κάτι προσφέραμε. Ότι παίρναμε μέρος σε κάτι πολύ μεγάλο που όταν τελειώσει θα έχουμε μια πολύ όμορφη ζωή, ελεύθερη κι όπως την ονειρευόμαστε. Γίνονταν συλλήψεις, εκτελέσεις, μπορεί να σκοτωνόσουν ακόμα και από αδέσποτη. Αλλά ο φόβος ήταν το λιγότερο από αυτό το άλλο που αισθανόμασταν. Ήταν η έπαρση της νιότης, της πίστης και του οράματος. Είχαμε όραμα.»

 Οι περιπέτειες και η εξορία

«Στην Κατοχή παρόλο που υπήρχε πείνα, γίνανε πολύ μεγάλα πράγματα. Γνώρισα τον Γιώργο Σεβαστίκογλου. Με πήγε στο Θέατρο Τέχνης όπου ανέβαζε  Ίψεν και νέα αμερικανικά έργα που μετέφραζε παρουσιάζοντάς τα σαν ισπανικά.  Είχε ανοίξει ο εκδοτικός οίκος Ίκαρος που συγκέντρωνε όλους τους διανοούμενους και συγγραφείς της εποχής. Ο Ελύτης εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο, που υπήρξε μεγάλο γεγονός. Η ένδεια, ο φόβος, η πάλη έψαχναν να βρουν ένα ξέφωτο να βγουν.

Ο Σεβαστίκογλου πίστευε πολύ στο γράψιμό μου και με πίεζε να γράψω. Επέμενε πολύ. Σε κάθε γράμμα του από την εξορία υπάρχει και μια προτροπή σε αυτό. Ήταν πολύ αυστηρός σε αυτό το θέμα. Σαν κακή μαθήτρια με έβαζε να γράφω και να ξαναγράφω».

Το 1948, ύστερα από την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού στον εμφύλιο ο Γιώργος Σεβαστίκογλου διαφεύγει στην Τασκένδη. Η Ζέη προσπάθησε να τον ακολουθήσει αλλά την συνέλαβαν και την εξόρισαν στη Χίο. «Ήταν σχεδόν φυλακή γιατί μας είχαν κλεισμένες σε ένα στρατόπεδο. Βγαίναμε στην αυλή δυο ώρες την ημέρα. Ήταν πολλές φίλες από την Αθήνα, με τις οποίες κάναμε διάφορα σκετσάκια αλλά ήταν και πολλές γυναίκες ανίδεες ιδεολογικά που επειδή είχαν ένα παιδί στο αντάρτικο τις έφερναν εκεί. Κι όταν τους έλεγαν πως ήταν ελεύθερες, θρηνούσαν, καθώς καταλάβαιναν ότι είχε σκοτωθεί το παιδί ή ο άντρας τους.  »  Ύστερα από προσπάθειες έξι ετών, η Ζέη συναντά τον Σεβαστίκογλου το 1954 στην Τασκένδη.

 Τα διηγήματά της δημοσιεύονταν στα περιοδικά «Νεανική Φωνή» και «Επιθεώρηση Τέχνης». Γράφει το πρώτο της βιβλίο «Το Καπλάνι της Βιτρίνας», για το οποίο οι κριτικές ήταν αρνητικές , χαρακτηρίζοντάς το  αντιπαιδαγωγικό. Η Χούντα το απαγορεύει και κυκλοφορεί πια στην Μεταπολίτευση από τον Κέδρο. Είχε φθάσει η ώρα της μεγάλης του επιτυχίας.

Τα βιβλία της από τότε γνωρίζουν συνεχείς επανεκδόσεις, μεταφράσεις και γίνονται θεατρικές παραστάσεις. Μέσα στον Οκτώβριο παρουσιάζεται στο θέατρο Άλφα Ιδέα το έργο  της «Ματίας ο Πρώτος», σε σκηνοθεσία από την Άρτεμη Γρύμπλα.

Αναφερόμενη στα βιβλία της η αγαπημένη συγγραφέας των παιδιών λέει πως  «Ο Μεγάλος Περίπατος του Πέτρου» ήταν για  τριάντα χρόνια το επίσημο αναγνωστικό στην κυπριακή πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Πέρυσι που έγινε παράσταση ήρθαν παππούδες, γιαγιάδες, μαμάδες, παιδιά. Έκλαιγαν όλοι. Ήταν πολύ συγκινητικό. Αισθάνθηκα την ανάγκη να το γράψω όταν διαπίστωσα ότι παιδιά δεν είχαν ιδέα για την αντίσταση του ελληνικού λαού, τις φυλακές, τις εξορίες, τον πόλεμο. Είπα πως δεν ήταν δυνατόν τα παιδιά μας να μην ξέρουν. Αν θέλεις να πλησιάσεις το παιδί πρέπει να έχεις πρωταγωνιστές παιδιά.

Όσο για «Το  Καπλάνι της βιτρίνας» ήταν το πιο γρήγορο βιβλίο που έγραψα. Γιατί ήμουν ανίδεη, δεν ήξερα τι θα πει μυθιστόρημα και επίσης ήταν ιστορίες που τις έλεγα στα παιδιά  μου όταν ήμασταν στην Μόσχα, για να μάθουν την Ελλάδα. Τις ήξερα απέξω καθώς ήταν ό, τι κάναμε εγώ κι η αδελφή μου μικρές. Έτσι όταν κάθισα να γράψω ήταν πολύ εύκολο, έτσι που νόμισα πως το να γράφεις είναι εύκολο. Μετά είδα πως ήταν από τα πιο δύσκολα πράγματα.

«Η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα» έχει πολλά πράγματα από μένα αλλά και πολλά όχι. Οι κριτικοί έγραψαν ότι ο Αχιλλέας ήταν ένα εγκεφαλικό δημιούργημα,  ξέροντας ότι δεν είναι ο Γιώργος. Ένα μήνα μετά την κυκλοφορία πήρα ένα γράμμα από την Θεσσαλονίκη που έλεγε: «Ονομάζομαι Αχιλλέας, είμαι φτυστός ο Αχιλλέας του βιβλίου σας κι αν ζούσε η γυναίκα μου θα με ρωτούσε: πότε γνώρισες αυτήν την κοπέλα και της διηγήθηκες την ιστορία σου; »

Μάνια Ζούση

Νέα Σελίδα 8 Οκτωβρίου 2017