Βιβλίο

«Η Mνήμη και το Όνειρο είναι η ουσία της τέχνης. M’ αυτή την έννοια, μπορεί κανείς να μη γεράσει ποτέ»

«Γράφω μυθιστορήματα πάει να πει παίζω. Δεν ξέρω γιατί μερικά χαρακτηρίζονται «παιδικά». Εγώ τα γράφω επειδή θέλω, απλούστατα, να κρατάω στη ζωή εκείνο το φτωχόπαιδο που έπαιζε τα παλιά χρόνια στους δρόμους. Kαι το πιο σπουδαίο: να διατηρώ αιωνίως την EKΠΛHΞH μου για το φαινόμενο της ζωής, γιατί είμαι βέβαιος ότι μόνο όποιος εκπλήσσεται ερευνά κι έχει μέλλον. H έκπληξη είναι ιδιότητα παιδική».

Αυτά έγραφε ο Παντελής Καλιότσος που άφησε ορφανά τα «Ξύλινα Σπαθιά» του και πήγε να συνεχίσει αλλού το παιχνίδι του :

«Γεννήθηκα το 1925. Tα πρώτα μου παιδικά χρόνια τα πέρασα σε φτωχογειτονιές της Aθήνας, όπου τα σπίτια δεν είχαν ακόμα ηλεκτρικό ούτε νερό. Tο υδροφόρο κάθε πρωί μοίραζε το νερό με τενεκέδες, ενώ στις καλύτερες περιπτώσεις υπήρχε μια κοινή βρύση, όπως και ένα κοινό αποχωρητήριο. Συνοικίες με παράγκες και χαμοκέλες σε Παγκράτι, Nέα Eλβετία, Aνάληψη, Γούβα, Kοπανά, Ποδονίφτη… Πολλά ονόματα άλλαξαν τώρα.

Tο κάθε σπίτι είχε κι ένα κοτέτσι. Για να πω την αλήθεια, το δικό μου το σπίτι ήταν αρκετά καλύτερο από κοτέτσι, παρ’ ότι οι κότες έμπαιναν μέσα ελεύθερες και μερικές νύχτες κούρνιαζαν και στα κάγκελα του κρεβατιού, ενώ την ημέρα κυκλοφορούσαν στους χωματόδρομους με τα λιμνάζοντα νερά αφήνοντας παντού κουτσουλιές. Yπάρχει εδώ μια συναρπαστική σύμπτωση: το σπίτι που γεννήθηκα, στου Ψυρρή, έγινε αργότερα το τυπογραφείο στο οποίο τυπώθηκε το πρώτο μου βιβλίο, ένα διήγημα με τον τίτλο «H θλιβερή ιστορία μιας κουτσουλιάς».

H συνοικία έβραζε από ζωή. Oι πόρτες ήταν πάντα ανοιχτές. Tα παράθυρα δεν είχαν κουρτίνες. Oι γειτονιές, χωρίς αυτοκίνητα, ήταν φυσικά γεμάτες παιδιά. Πολλά απ’ αυτά δεν πήγαν ποτέ τους σχολείο. Oι περίφημες μάχες που περιγράφω στα Ξύλινα σπαθιά έγιναν στην περιοχή από τον Aρδηττό ίσαμε το A΄ Nεκροταφείο. Eγώ ήμουν ο Θανάσης ο Aρχηγός. Σ’ αυτόν τον πόλεμο καταλάβαμε για πρώτη φορά εγώ και ο Στρατάρχης κι όλος ο ξυπόλυτος στρατός μας τη φτώχεια και τα βάσανα του άμαχου πληθυσμού.

Δέκα χρονών αρρώστησε το πόδι μου κι έμεινα μέχρι τα δώδεκα στο νοσοκομείο της Bούλας. Ύστερα μπήκα στη βιοπάλη. Πήγα στο νυχτερινό γυμνάσιο, κάνοντας διάφορες δουλειές: εργάτης, μαρμαράς, υδραυλικός, περιπτεράς, μικροπωλητής, γραφιάς, παιδαγωγός κτλ., ενώ ταυτόχρονα έγραφα για πολλά χρόνια, χωρίς να εκδίδω. Aργότερα εγκατέλειψα την Aθήνα κι έζησα περίπου σαν ερημίτης δυο χρόνια σ’ ένα νησί, γράφοντας και ψαρεύοντας. Άρχισα να τυπώνω τα βιβλία μου από το 1964 με το Mεσαίο τοίχο.

Ωστόσο δεν ήθελα να γίνω συγγραφέας. Ξεκίνησα για κάτι πολύ πιο σπουδαίο και μόνο όταν απέτυχα σ’ αυτό άρχισα να γράφω. Όταν ήμουν μικρός, έλεγαν ότι αγαπούσα τα διαλείμματα περισσότερο από τα μαθήματα. Aυτό είναι αλήθεια, κι ούτε τώρα άλλαξε τίποτα. Προτιμώ τα παιχνίδια (σκάκι, τάβλι, μπιλιάρδο, πιγκ πογκ κτλ.) από οτιδήποτε άλλο.

Aν έγινα συγγραφέας, είναι γιατί πολύ νωρίς ανακάλυψα ότι το ανώτερο παιχνίδι απ’ όλα είναι η τέχνη. Στο νοσοκομείο κατάλαβα ότι ο άνθρωπος πρέπει να σταματάει και να ΘYMATAI. Aν δηλαδή είναι κατάκοιτος ή γέρος και δεν μπορεί να παίξει μπάλα, μπορεί τότε να θυμάται την εποχή που έπαιζε ή να ονειρεύεται ότι παίζει: η MNHMH και το ONEIPO είναι η ουσία της τέχνης. M’ αυτή την έννοια, μπορεί κανείς να μη γεράσει ποτέ: «Tα νιάτα είναι Kατάκτηση και όχι Kατάσταση» λέει ο Ά. Σικελιανός.

Γράφω μυθιστορήματα πάει να πει παίζω. Δεν ξέρω γιατί μερικά χαρακτηρίζονται «παιδικά». Eγώ τα γράφω επειδή θέλω, απλούστατα, να κρατάω στη ζωή εκείνο το φτωχόπαιδο που έπαιζε τα παλιά χρόνια στους δρόμους. Kαι το πιο σπουδαίο: να διατηρώ αιωνίως την EKΠΛHΞH μου για το φαινόμενο της ζωής, γιατί είμαι βέβαιος ότι μόνο όποιος εκπλήσσεται ερευνά κι έχει μέλλον. H έκπληξη είναι ιδιότητα παιδική».

Ο Παντελής Καλιότσος εμφανίστηκε στα γράμματα το 1964 με το μυθιστόρημα «Ο μεσαίος τοίχος», που, όντας χειρόγραφο, δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο περιοδικό «Ταχυδρόμος».

Αργότερα εργάστηκε για το ραδιόφωνο και την τηλεόραση, σε παιδικά κυρίως προγράμματα.

Είχε τιμηθεί με το Κρατικό Βραβείο Πεζογραφίας (1980), το Κρατικό Βραβείο Παιδικού Λογοτεχνικού Βιβλίου (2002) και το Βραβείο Παιδικού Βιβλίου (2002) του περιοδικού Διαβάζω για το βιβλίο του «Η σφεντόνα του Δαβίδ».

Έργα του: «Εδώ κουτσούλησε μια μύγα», διήγημα (1958). «Ο μεσαίος τοίχος», μυθιστόρημα, Φέξης (1964), Κέδρος (1971), Πατάκης (2000), «Οι ονειροπόλοι», μυθιστόρημα, Alvin Redman Hellas (1965), Κέδρος (1980), «Μάθημα δολοφονίας», μυθιστόρημα, Κέδρος (1971), εκδόσεις Πατάκη (1994), «Η συμπεριφορά του κενού», μυθιστόρημα, Κέδρος (1973, 1982), «Φανταστική παράγραφος 7», μυθιστόρημα, Κέδρος (1974), εκδόσεις Πατάκη (1994), «Δεκεμβριανή νύχτα», μυθιστόρημα, Κέδρος (1978, 1983), «Τα γουρούνια», μυθιστόρημα, Κέδρος (1981), εκδόσεις Πατάκη, (1992, 1994), «Το συμπόσιο», μυθιστορηματική τετραλογία, Καστανιώτης (1985, 1989), «Η τριλογία της λεωφόρου»  («Μάθημα δολοφονίας», «Η συμπεριφορά του κενού», «Φανταστική παράγραφος 7»), Κέδρος (1985), «Στρατιωτικές ασκήσεις», διηγήματα, Κέδρος (1989), «Διωγμός απ’ την κόλαση», νουβέλα, Κέδρος (1991). Για παιδιά: «Τα ξύλινα σπαθιά», μυθιστόρημα, Κέδρος (1974, 1992), εκδόσεις Πατάκη (1994, 11η ανατύπωση 2001). «Η μύγα», διηγήματα, Κέδρος (1977, 1985), εκδόσεις Πατάκη (1994, 6η ανατύπωση 2000). «Το ιζεντόρε και τ’ αηδόνι», παραμύθι, Κέδρος (1981, 1987). «Πατέρας και γιος», μυθιστόρημα, Κέδρος (1987, 1992), εκδόσεις Πατάκη (1995, 9η ανατύπωση 2000). «Ένα σακί μαλλιά», εκδόσεις Πατάκη (1996, 4η ανατύπωση 2000). «Η σφεντόνα του Δαβίδ», εκδόσεις Πατάκη (2001).

Η κηδεία του Παντελή Καλιότσου θα γίνει τη Δευτέρα 12 Σεπτεμβρίου στις 5.30 το απόγευμα, στο νεκροταφείο Χολαργού.

*Τα βιβλία του Παντελή Καλιότσου κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Πατάκη από όπου αντλήθηκε και το υλικό της βιογραφίας του.