featured Θέατρο Οι δημιουργοί γράφουν

Ένα «Θωρηκτό» από χειρονομίες, στιγμές και λέξεις

bios

«Η παράσταση νομίζω γιορτάζει το γεγονός ότι η συντροφικότητα δεν είναι μονόδρομος στη ζωή», γράφει ο Βασίλης Βηλαράς και η Ασπασία-Μαρία Αλεξίου μιλά για «Μια ανταλλαγή λέξεων και βλεμμάτων. Το ψάξιμο για τη σωστή λέξη, το σωστό τρόπο να την πω». Οι δυο ηθοποιοί, δραματουργοί και σκηνοθέτες, μια ημέρα πριν την πρεμιέρα τους στο Bios,  καταθέτουν στο artplay.gr τις σκέψεις τους για το «Θωρηκτό», μια χειρονομιακή ιστορία στιγμών και λέξεων, από έναν πολύ προσωπικό κόσμο έτσι όπως ξέρουν να τον δημιουργούν και να τον αφηγούνται πάνω στην σκηνή:  

2017-03-07 (24)

Βασίλης Βηλαράς

Η ιστορία του Θωρηκτού βασίζεται σε ένα μικρό απόσπασμα από το μυθιστόρημα Μεθυσμένη Πολιτεία του Σωτήρη Πατατζή. Πρόκειται για μια παράσταση με βασικό άξονα ένα δεκασέλιδο απόσπασμα ενός βιβλίου 300 σελίδων. Ένα μικρό επεισόδιο από τις ζωές δύο ανθρώπων που αποκτά αυτόνομη σκηνική υπόσταση ενώ εμείς προσπαθούμε να μεταφέρουμε όλο το παρελθόν και το μέλλον των χαρακτήρων αν και τους συναντάμε σε μια μόνο στιγμή τους. Η ιστορία λίγο πολύ είναι το πρώτο ραντεβού δυο πολύ μοναχικών ανθρώπων περασμένης ηλικίας. Ένας Γυμνασιάρχης και μια καθηγήτρια Γαλλικών που ζουν σε μια επαρχιακή πόλη στη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά, βγαίνουν ένα ιδιαίτερο πρώτο ραντεβού. Μιλούν πολύ, σωπαίνουν πολύ, προσπαθούν να εκφράσουν τα αισθήματά τους και καταλήγουν σε μια αμήχανη ερωτική εξομολόγηση που τους απομακρύνει ακόμα περισσότερο. Η πίεση των χρόνων που περνάνε είναι ανελέητη και η ανάγκη να τακτοποιηθεί κανείς στα προσωπικά του, τεράστια. Είναι ο λόγος που οι άνθρωποι συχνά συμβιβάζονται με κάτι λιγότερο από αυτό που θα θέλανε, λόγω της κοινωνικής επιταγής περί συντροφικότητας. Η παράσταση νομίζω γιορτάζει το γεγονός ότι η συντροφικότητα δεν είναι μονόδρομος στη ζωή. Ο καθένας από εμάς διαλέγει τον τρόπο που θα ζήσει τη ζωή του, είτε αυτός γίνεται κοινωνικά αποδεκτός, είτε όχι.

 

2017-03-07 (11)

Ασπασία-Μαρία Αλεξίου

Μια ανταλλαγή λέξεων και βλεμμάτων. Το ψάξιμο για τη σωστή λέξη, το σωστό τρόπο να την πω. Πώς να με αγαπήσεις; Οι ίδιες λέξεις ξανά και ξανά, μέχρι να βγάλουν κάποιο νόημα. Μέχρι να φανούν φυσικές ή τελείως αφύσικες. Πώς να με αγαπήσεις για τις λέξεις που σου λέω, για τον τρόπο που σε κοιτάω ή δεν αντέχω να σε κοιτάω. Μπορώ να τραγουδήσω και να χορέψω για σένα; Αντέχω το χέρι σου πάνω στο δικό μου; Σ’ αρέσουν τα μαλλιά μου; Σ’ αρέσει το δέρμα μου; Πιστεύεις ότι είμαι αρκετά έξυπνη; Μπορώ να ονειρευτώ με τα μάτια ανοιχτά; Τι να κάνω ώστε να μοιάζω λίγο περισσότερο με ανθρώπινο πλάσμα όταν είσαι δίπλα μου και απέναντί μας αυτοί οι «μαγικοί προβολείς»; Καταλαβαίνεις τι εννοώ;

Μπαινοβγαίνω για να καταλάβω. Αυτή-Εγώ-Εσύ-Αυτός

«Θα ‘πρεπε μετά το τσάι και τα κέικ και τ’ αναψυκτικά

Να ‘χω το σθένος να εξωθήσω τη στιγμή στην κρίση της;»

 

«Είναι αδύνατον να πω τι εννοώ ακριβώς!

Όμως, σαν κάποιος προβολέας μαγικός που διαπερνώντας τα νεύρα σκιαγραφεί σε μια οθόνη:

Θα άξιζε

Ταχτοποιώντας ένα μαξιλάρι ή ρίχνοντας μια σάρπα,

Και στρέφοντας προς το παράθυρο αν έλεγες:

“Αυτό δεν είναι αυτό, καθόλου,

Δεν είν’ αυτό που εννοούσα!”»

 

Τα αποσπάσματα σε εισαγωγικά είναι από το ποίημα «Το ερωτικό τραγούδι του Τζ. Άλφρεντ Προύφροκ» του T.S. Eliot, μετάφραση Παυλίνας Παμπούδη (T.S. Eliot – Ποιήματα, εκδ. Printa)