Metamanias Μουσική

Η Σουηδική Ακαδημία δεν αγάπησε το ροκ

Ίσως τα Νόμπελ να γίνουν λίγο πιο γήινα, κι ας μη μου αρέσει ο Ντύλαν», γράφει σχολιάζοντας τα όσα ακολούθησαν την ανακοίνωση της βράβευσης του αμερικανού τραγουδοποιού με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, όπως πάντα με τον δικό του τρόπο στο artplay.gr , ο Θανάσης Γιαννόπουλος:

Θέλω πριν απ΄όλα να ξεκαθαρίσω ότι ο Μπομπ Ντύλαν δεν μου αρέσει. Και για να το εξηγήσω καλύτερα… Το πρώτο τραγούδι του που άκουσα, μαθητής του Γυμνασίου τότε, το Hurricane, με εκείνο το ρεφρέν «The man the authorities came to blame/ For somethinthat he never done/ Put in a prison cell, but one time he coulda been/ The champion of the world» όπου ο Ντύλαν φτύνει τις τελευταίες λέξεις, με είχε κάνει να βλέπω τον κόσμο από άλλο πρίσμα.

Θεωρώ το Subterranean homesick blues ένα από τα 20 συγκλονιστικότερα τραγούδια που έχω ακούσει στη ζωή μου ενώ το One More Cup Of Coffee είναι, κατά τη γνώμη μου, ένα τρίλεπτο γουέστερν δωματίου –κι εγώ λατρεύω τα γουέστερν. Αλλά ο Μπομπ Ντύλαν δεν μου αρέσει.

Τη χρονιά που γεννήθηκα ο Ντύλαν έτρωγε κράξιμο στο Φεστιβάλ του Νιούπορτ γιατί είχε διαπράξει την ιεροσυλία να μετατρέψει τον ήχο του σε ηλεκτρικό ροκ –αυτός που θεωρούνταν η μεγάλη ελπίδα της φολκ. Συνοδευόταν από το σπουδαιότερο συγκρότημα που έχει ποτέ πλαισιώσει καλλιτέχνη –τους θρυλικούς Band, των οποίων ο κιθαρίστας ήταν δυο κλάσεις ανώτερος τραγουδιστής από τον ίδιο το Ντύλαν. Θυμάμαι κιόλας την ατάκα του Τζίμι Χέντριξ «Ήθελα να κάνω συγκρότημα κι έψαχνα τραγουδιστή και τότε άκουσα τον Μπομπ Ντύλαν και σκέφτηκα ότι αφού τα καταφέρνει αυτός, μπορώ κι εγώ –και σταμάτησα να ψάχνω».

Βέβαια, θα πρέπει να επισημάνω ότι στη δεκαετία του ’80, όταν άρχισα να καταλαβαίνω μουσική, ο Ντύλαν έμπαινε με το Slow Train Coming, ένα άλμπουμ στο οποίο, όπως έγραφε τότε ο Πητ Κωνσταντέας «Ο Ντύλαν υποστηρίζει όχι μόνο ότι ανακάλυψε το θεό αλλά ότι διαθέτει και τον προσωπικό του αριθμό τηλεφώνου». Καταλαβαίνεις λοιπόν ότι ο Ντύλαν δεν ήταν δυνατό να μου αρέσει –από θέση.

Έγραψα τα παραπάνω για την περίπτωση που κάποιος θα σκεφτεί ότι η άποψή μου περί της βράβευσης του Ντύλαν με το Νόμπελ λογοτεχνίας σχετίζεται με το ότι ο Ντύλαν δεν μου αρέσει –λοιπόν όποιος σκεφτεί κάτι τέτοιο, έχει, μάλλον, δίκιο. Αν αντί για το Ντύλαν δίνανε το Νόμπελ στον Νικ Κέιβ θα πήγαινα γονατιστός με ρεβίθια μέσα στο παντελόνι να προσκυνήσω την Παναγιά της Τήνου (εντάξει –τα ρεβίθια θα τα είχα βράσει πριν –είμαι φανατικός με τον Κέιβ αλλά όχι τόσο!)

Θα ξεκινήσω από κάτι που ισχύει γενικότερα με αυτού του είδους τις βραβεύσεις –ότι δηλαδή γίνονται σε «πεθαμένους». Ο Ντύλαν ζούσε, επηρέαζε, άλλαζε τα μυαλά στα κεφάλια των νέων πριν από μισό αιώνα. Αν τον βράβευαν τότε θα επρόκειτο για επαναστατική πράξη. Η τωρινή βράβευση είναι απλά λουλούδια σε έναν τάφο που περιμένει τον ιδιοκτήτη του να μπει μέσα. Κάτι τέτοιο είναι και οι πανηγυρισμοί που ακολούθησαν τη βράβευση –όχι, η Ακαδημία δεν αγάπησε το ροκ γιατί απλούστατα ο Ντύλαν δεν είναι πια ροκ (και έπρεπε να σταματήσει να είναι για να βραβευτεί). Όχι, η Ακαδημία δεν στηρίζει τα κινήματα διαμαρτυρίας γιατί ο Ντύλαν δεν διαμαρτύρεται πλέον (κι έπρεπε να σταματήσει να το κάνει για να του απονείμουν το βραβείο).

Κάτι ακόμα που θεωρώ σημαντικό είναι το άνοιγμα του όρου «λογοτεχνία» που επιχειρεί για μια ακόμα φορά η Ακαδημία. Γιατί είχαμε συνηθίσει να θεωρούμε λογοτεχνία τα κείμενα που στέκονται αυθύπαρκτα σε ένα κομμάτι χαρτί (άντε -και στην οθόνη ενός υπολογιστή). Ο όρος άνοιξε από την Ακαδημία με τη βράβευση θεατρικών συγγραφέων (εντάξει –κι αυτών τα κείμενα στέκονται σε ένα κομμάτι χαρτί –κι ας γνωρίζουν την πλήρη ανάπτυξή τους όταν αποδίδονται επί σκηνής). Τώρα ανοίγει κι άλλο ο όρος, βάζοντας μέσα και τα τραγούδια. Δεν θα σταθώ στη βλακώδη αιτιολόγηση περί του ότι κι ο Όμηρος και η Σαπφώ επένδυαν τους στίχους τους με μουσική εφόσον εδώ ανακατεύονται φασόλια με πορτοκάλια –τι σχέση έχουν όσα γίνονταν πριν πολλούς αιώνες με το σήμερα; Αν αρχίσουμε να κάνουμε τέτοιου είδους συγκρίσεις, άνετα μπορεί να καταλήξουμε σε συμπεράσματα-τέρατα όπως π.χ. ότι οι Αρχαίοι Έλληνες αποδέχονταν την παρενδυσία επειδή άντρες έπαιζαν τους γυναικείους ρόλους στα θεατρικά τους έργα.

Δικαίωμα της κάθε Ακαδημίας (κι ακόμα περισσότερο της κάθε κοινωνίας) να επεκτείνει τα όρια των όρων και μακάρι αύριο να θεωρηθεί λογοτεχνία και το graffiti και η ραπ (που μοιάζει με τα ομηρικά έπη σύμφωνα με κάποιους ειδήμονες) κι ότι άλλο σχετικό υπάρχει. Και δεν χρειάζεται επιπλέον αιτιολόγηση –αν ο κόσμος δέχεται τη στιχουργική ως τμήμα της λογοτεχνίας καλά κάνει και μπράβο του.

Αλλά ας μην ξεχνάμε το προφανές… Είναι άλλο πράγμα η ποίηση κι άλλο η στιχουργική. Είναι διαφορετικό να μελοποιείς Ελύτη από το να γράφεις στίχους. Όχι καλύτερο ή χειρότερο, όχι ανώτερο ή κατώτερο –ας πούμε, προσωπικά θεωρώ εκατοντάδες στίχους τραγουδιών ανώτερους από εκατοντάδες στροφές ποιημάτων κι αν με ρωτήσεις τι μου έχει καθορίσει τη ζωή θα σου αναφέρω 100 τραγούδια και ένα ή δυο ποιήματα το πολύ.

Ο Ντύλαν λοιπόν δεν είναι ποιητής –είναι στιχουργός κι ως τέτοιος βραβεύτηκε. Όπως δεν ήταν ποιητής ο Μόρισον μέχρι να βγάλει το American Prayer (και τότε απέδειξε ότι μπορεί να υπήρξε μέγιστος στιχουργός αλλά ήταν μέτριος ποιητής). Ας είμαστε ξεκάθαροι…

Μπράβο λοιπόν στον Ντύλαν που βραβεύτηκε με Νόμπελ, μπράβο στην Ακαδημία που τον βράβευσε –αλλά όποιος θυμάται τις αλλοπρόσαλλες βραβεύσεις της Ακαδημίας (ειδικά στα Νόμπελ Ειρήνης) μάλλον δεν έχει κανένα λόγο να πανηγυρίζει. Κι ο Ντύλαν δεν θα γίνει σημαντικότερος από όσο ήταν πριν τη βράβευσή του –ίσως τα βραβεία Νόμπελ να γίνουν λίγο πιο γήινα… Κι ας μη μου αρέσει ο Μπομπ Ντύλαν”.

Θανάσης Γιαννόπουλος